Τι είναι το ενδοκανναβινοειδές σύστημα;

Share μοιράστε

Τι είναι το ενδοκανναβινοειδές σύστημα;

http://gdurl.com/WvdN

(Αναδημοσίευση με μετάφραση από: CBD OILS - The Home Of Hemp, “What is the Endocannabinoid system?”, CBD 101: Beginners Guide to CBD, 14 September 2016)

Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα (endocannabinoid system) ή ενδογενές σύστημα κανναβινοειδών (endogenous cannabinoid system), το όνομά του οποίου προέρχεται από το φυτό που σχετίζεται με την ανακάλυψή του, είναι αναμφισβήτητα το πιο σημαντικό φυσιολογικό σύστημα του ανθρώπινου οργανισμού που είναι γνωστό ότι επηρεάζει την ευημερία μας.

Υπάρχουν ενδοκανναβινοειδή σε όλο μας το σώμα: στον εγκέφαλο, στα ζωτικά όργανα, στους συνδετικούς ιστούς, στα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος και των αδένων. Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα εκτελεί διάφορες λειτουργίες σε κάθε ιστό του σώματος, αλλά πάντα με τον ίδιο στόχο, αυτόν της διατήρησης ενός σταθερού εσωτερικού περιβάλλοντος παρά τις εξωτερικές διακυμάνσεις, μέσω της ομοιόστασης (homeostasis).

Τα ενδοκανναβινοειδή είναι απαραίτητα για τη διαδικασία της ομοιόστασης σε κάθε τομέα της βιολογικής ζωής, τομείς που κυμαίνονται από τα κύτταρα μέχρι και τον ίδιο τον οργανισμό.

Ένα παράδειγμα από τις βασικές λειτουργίες των ενδοκανναβινοειδών είναι η αυτοφαγία (autophagy). Αυτή είναι μια κυτταρική διαδικασία, επικουρούμενη από το ενδοκανναβινοειδές σύστημα, μέσω της οποίας το κύτταρο διαχωρίζει ένα τμήμα του περιεχομένου του για να αφομοιωθεί και να ανακυκλωθεί. Η διαδικασία αποτελεί ένα σημαντικό μέρος της μακροζωίας του κυττάρου, του επιτρέπει να διατηρήσει μια ισορροπία μεταξύ της σύνθεσης και υποβάθμισης και έχει κεντρικό ρόλο στον αγώνα κατά του καρκίνου, όπου αναγκάζουμε τα κακοήθη κύτταρα να τρώνε τον εαυτό τους. Η αφαίρεση των καρκινικών κυττάρων είναι ένα κρίσιμο μέρος της προώθησης της ομοιόστασης και της επιβίωσης του οργανισμού.

Τα ενδοκανναβινοειδή και τα κανναβινοειδή μπορούν επίσης να βρεθούν στα σημεία όπου τα συστήματα του σώματος συναντόνται, διευκολύνοντας την επικοινωνία μεταξύ των διαφορετικών τύπων κυττάρων. Για παράδειγμα, γύρω από μια περιοχή τραυματισμού, τα κανναβινοειδή εκτελούν έναν ρόλο στην επιβράδυνση της απελευθέρωσης των ευαισθητοποιητών και των ενεργοποιητών, βοηθώντας να σταθεροποιηθούν τα κύτταρα των νεύρων για την πρόληψη της ενεργοποίησης τους και ηρεμώντας τα τοπικά ανοσοκύτταρα στο να αναστείλουν την απελευθέρωση ουσιών που προκαλούν φλεγμονή. Και οι τρεις λειτουργίες εξυπηρετούν ένα κεντρικό στόχο: να ελαχιστοποιηθεί η βλάβη και ο πόνος.

Υπό την έννοια αυτή, λόγω των περίπλοκων λειτουργιών του, τόσο στο ανοσοποιητικό όσο και στο νευρικό σύστημα, το ενδοκανναβινοειδές σύστημα είναι μια γέφυρα μεταξύ του μυαλού και του σώματος. Μέσα από τη μελέτη για το πώς λειτουργεί αυτό το σύστημα, θα αρχίσουμε να βλέπουμε έναν μηχανισμό στον πραγματικό κόσμο που θα δείχνει το πώς η κατάσταση της συνείδησης ενός ατόμου μπορεί να το οδηγήσει σε ασθένεια ή στην υγεία.

Καθώς μεσολαβούν στην κυτταρική ομοιόσταση, τα κανναβινοειδή μπορεί να έχουν επίδραση στο πώς βλέπουμε και αλληλεπιδρούμε με το εξωτερικό περιβάλλον. Είναι προφανές ότι κοινωνικά τα κανναβινοειδή μπορούν να αλλάξουν την ανθρώπινη συμπεριφορά, σε πολλές περιπτώσεις, προωθούν ιδιότητες όπως το χιούμορ και η δημιουργικότητα, σε συνδυασμό με την επιθυμία να μοιραστούμε. Είναι πιθανό ότι επηρεάζοντας την νευρογένεση και την νευρωνική πλαστικότητα, τα κανναβινοειδή μπορούν επηρεάσουν την ικανότητα ενός ατόμου στο να είναι ανοιχτόμυαλο και να βγαίνει από τον περιορισμό των τρόπων σκέψης και τις παγιωμένες συνήθειες συμπεριφοράς. Και στον ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο μας, η αλλαγή αυτών των βαθιά ριζωμένων προτύπων είναι απαραίτητη για την ευημερία.

Τι είναι οι υποδοχείς κανναβινοειδών;

Όλα τα είδη σπονδυλωτών, μαζί με τα καλαμάρια της θάλασσας και τα νηματώδη, έχουν κοινού τύπου ενδοκανναβινοειδές σύστημα, το οποίο είναι απαραίτητο για την ικανότητά τους να προσαρμόζονται στις δραματικές αλλαγές στο περιβάλλον. Μέσα από τη σύγκριση των γενετικών αλλαγών στους υποδοχείς κανναβινοειδών σε ένα ευρύ φάσμα από είδη του ζωικού βασιλείου, οι επιστήμονες ήταν σε θέση να εκτιμήσουν ότι το ενδοκανναβινοειδές σύστημα εξελίχθηκε αρχικά περίπου 600 εκατομμύρια χρόνια πριν.

Υπήρξαν περίπου 20.000 άρθρα και μελέτες γραμμένες για τα κανναβινοειδή, έτσι ώστε θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί ότι ήδη γνωρίζουμε όλα όσα υπάρχουν εκεί για να ξέρουμε, αλλά στην πραγματικότητα, υπάρχουν μεγάλα κενά στις γνώσεις μας. Ειδικότερα, η κατανόηση του τρόπου που τα κανναβινοειδή, τα κύτταρα και τα άλλα συστήματα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, είναι ελλιπής.

Γνωρίζουμε ότι υπάρχουν υποδοχείς κανναβινοειδών στις κυτταρικές μεμβράνες σε όλο το σώμα και ότι μπορεί να υπάρχουν τόσοι πολλοί από αυτούς τους υποδοχείς που είναι περισσότεροι από οποιοδήποτε άλλο τύπο υποδοχέων. Όταν αυτοί οι υποδοχείς λαμβάνουν διέγερση, ένας αριθμός φυσιολογικών διεργασιών ενεργοποιούνται. Οι ερευνητές έχουν βρει μέχρι τώρα ένα ζεύγος από υποδοχείς κανναβινοειδών: τον CB1 (Cannabinoid receptor type 1), ο οποίος βρίσκεται σε αδένες, συνδετικούς ιστούς, δομές νεύρων και στα όργανα και τον CB2 (Cannabinoid receptor type 2), που είναι πιο κοινός στο ανοσοποιητικό σύστημα. Μερικοί ερευνητές έχουν σημειώσει, επίσης, ότι μπορεί να υπάρχει και ένας τρίτος υποδοχέας κανναβινοειδών που ακόμη δεν έχει ανακαλυφθεί.

Αυτοί οι υποδοχείς διεγείρονται από ουσίες που το σώμα μας παράγει με φυσικό τρόπο, οι οποίες ονομάζονται ενδοκανναβινοειδή. Η πιο γνωστή από αυτές τις χημικές ουσίες είναι ανανδαμίδη (anandamide) και 2-αραχιδονοϋλογλυκερόλη (2-arachidonoylglycerol, 2-AG). Αυτά τα μόρια που παράγονται από παράγωγα του αραχιδονικού οξέος, και έχουν μια εντοπισμένη δράση, διαλύονται μετά από ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα από τις χημικές ουσίες λιπάση μονοακυλογλυκερόλης (monoacylglycerol lipase, MAGL) και υδρολάση αμιδίου λιπαρού οξέος (fatty acid amide hydrolase, FAAH).

Τα φυτοκανναβινοειδή (phytocannabinoids) είναι χημικές ουσίες που βρίσκονται στα φυτά και είναι γνωστό ότι εργάζονται σε υποδοχείς κανναβινοειδών. Η πιο γνωστή από αυτές τις ουσίες είναι η δέλτα-9-τετραϋδροκανναβινόλη ή THC (delta-9-tetrahydrocannabinol), αλλά οι ερευνητές ενδιαφέρονται ολοένα και περισσότερο και για άλλες ουσίες, όπως η κανναβιδιόλη (cannabidiol, CBD) και κανναβιόλη (cannabinol, CBN) για τις δυνατότητές τους στην προώθηση της ευημερίας. Τα περισσότερα από αυτά τα φυτοκανναβινοειδή έχουν ληφθεί από το φυτό της κάνναβης (cannabis sativa), αλλά μη ψυχοδραστικά κανναβινοειδή έχουν βρεθεί και σε άλλα βότανα, συμπεριλαμβανομένης και της echinacea purpura (Εχινάτσεα).

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι το ίδιο το φυτό της κάνναβης χρησιμοποιεί τα κανναβινοειδή που παράγει, συμπεριλαμβανομένης και της THC, για να καταπολεμήσει τις ασθένειες που το προσβάλλουν και για να διατηρήσει την ίδια του την υγεία. Τα κανναβινοειδή έχουν αντιοξειδωτικές ιδιότητες και αυτές βοηθούν στη διαφύλαξη της δομής των φυτών από την υπεριώδη ακτινοβολία, εξουδετερώνοντας τις ελεύθερες ρίζες που παράγονται από τις ακτίνες UV. Είναι γνωστό ότι οι ελεύθερες ρίζες προωθούν την γήρανση, τον καρκίνο και την κακή ανάκτηση από ασθένεια στον άνθρωπο και τα αντιοξειδωτικά που περιέχονται σε ορισμένα φυτά έχουν θεωρηθεί εδώ και καιρό ένα χρήσιμο φυσικό συμπλήρωμα στον αγώνα για την πρόληψη των ελεύθερων ριζών.

Είναι επίσης δυνατή η παραγωγή κανναβινοειδών σε ένα εργαστήριο. Η ναμπιλόνη (Nabilone), ένα ανάλογο της THC, και η dronabinol, μια μορφή συνθετικής THC, έχουν και οι δύο εγκριθεί από την FDA (US Food and Drug Administration) για χρήση στη θεραπεία της ναυτίας. Οι γιατροί έχουν βρει επίσης ότι αυτά τα φάρμακα είναι χρήσιμα στη θεραπεία καταστάσεων όπως οι ημικρανίες και ο χρόνιος πόνος. Ένα ευρύ φάσμα από συνθετικά κανναβινοειδή ερευνώνται σήμερα σε μελέτες πάνω σε ζώα, μερικά από τα οποία έχουν μια δραστικότητα 600 φορές μεγαλύτερη από αυτήν της THC.

Η κάνναβη, το ενδοκανναβινοειδές σύστημα και η καλή υγεία

Η επιστήμη των κανναβινοειδών συνεχίζει να κάνει συναρπαστικές ανακαλύψεις, αλλά ένα πράγμα είναι σαφές: ένα αποτελεσματικό σύστημα ενδοκανναβινοειδών είναι ένα ουσιαστικό συστατικό για την ευημερία μας. Έτσι λοιπόν το ερώτημα που τίθεται είναι για το αν είναι δυνατό για μας να ενισχύσουμε ή να επηρεάσουμε το ενδοκανναβινοειδές μας σύστημα μέσα από την λήψη συμπληρωμάτων κάνναβης ή κανναβινοειδών; Μπορεί, άραγε, η κάνναβη να μας βοηθήσει να αποκρούσουμε τις ασθένειες και να εξασφαλίσουμε μια καλή υγεία μέσω της διέγερσης ενός αρχαίου, πολυδαίδαλου συστήματος που υπάρχει μέσα μας;

Υπάρχει έρευνα που δείχνει ότι οι μικρές δόσεις κανναβινοειδών που παίρνουμε από την κάνναβη μπορεί να προκαλέσουν παραγωγή από το ενδοκανναβινοειδές σύστημα του σώματος και να οδηγήσουν στη δημιουργία περισσότερων υποδοχέων κανναβινοειδών. Αυτό μπορεί να βοηθήσει στο να εξηγηθεί το γιατί οι χρήστες κάνναβης συχνά δεν βιώνουν κάποιες επιδράσεις παρά μόνο μετά από δύο με τρία χρόνια χρήσης, καθώς το σώμα χρειάζεται χρόνο για να χτίσει επαρκείς σε αριθμό υποδοχείς κανναβινοειδών. Μια αύξηση των υποδοχέων αυξάνει και την ευαισθησία του ατόμου στα κανναβινοειδή, δίνοντας στο άτομο ένα υψηλότερο σημείο αναφοράς για την διέγερση του ενδοκανναβινοειδούς του συστήματος. Είναι πεποίθησή μου ότι η τακτική, σε μικρές δόσεις λήψη κάνναβης μπορεί να λειτουργήσει ως ένα τονωτικό για αυτό το ουσιαστικό ενδοθεραπευτικό μας σύστημα.

Σε αντίθεση με τα συνθετικά παράγωγα της κάνναβης, τα φυτικά έκδοχα μπορεί να περιέχουν πάνω από 100 κανναβινοειδή, τα οποία αλληλεπιδρούν συνεργικά, παράγοντας λιγότερες παρενέργειες από ότι θα είχε μόνη της η απομονωμένη THC. Τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από την επιστήμη και από τους χρήστες δείχνουν σαφώς ότι η φυτική κάνναβη μπορεί να υπερηφανεύεται για ανώτερη ποιότητα από αυτά που παράγονται συνθετικά στο εργαστήριο ως εναλλακτική λύση.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η τροφοδότηση του ενδοκανναβινοειδούς μας συστήματος είναι ένας καλός τρόπος για την προώθηση της ευημερίας και της καθημερινής υγείας!

Οδηγός για αρχάριους για το ενδοκανναβινοειδές σύστημα - Ο λόγος που το σώμα μας τόσο εύκολα επεξεργάζεται την κάνναβη

http://gdurl.com/MOZa

(Αναδημοσίευση με μετάφραση από: reset.me, “Beginner’s Guide To The Endocannabinoid System - The Reason Our Bodies So Easily Process Cannabis”, by Rick Pfrommer, on April 14, 2015, Photo by Jan Faukner)

Στο μέλλον, ίσως και σε 20 χρόνια από τώρα, τα φάρμακα με βάση την κάνναβη θα έχουν εξέχουσα θέση στην παγκόσμια φαρμακοποιία και πάλι. Πράγματι, θα μπορούσαμε να έχουμε φτάσει εκεί ακόμη και πολύ πιο γρήγορα, αν δεν ήταν σε ισχύ η δρακόντεια παρέμβαση της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Μέχρι σήμερα, αυτή η παρέμβαση εξακολουθεί να μπλοκάρει τους ερευνητές από το να έχουν πρόσβαση στην κάνναβη για να διεξάγουν μελέτες. Αμέτρητες χιλιάδες ανθρώπων έχουν πεθάνει υποφέροντας και πολλά περισσότερα εκατομμύρια εξακολουθούν να στερούνται την πρόσβαση σε φάρμακα φυτικής προέλευσης που θα μπορούσαν όχι μόνο να μετριάσουν τη δυστυχία τους, αλλά και, ενδεχομένως, ακόμη και να βοηθήσουν και στην θεραπεία τους.

Τα φάρμακα κάνναβης λειτουργούν τόσο αποτελεσματικά λόγω του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος, ΕΚΣ (endocannabinoid system, ECS), που είναι παρόν σε όλους τους ανθρώπους και σε πολλά ζώα. Το σύστημα αυτό αποτελείται από μια σειρά από υποδοχείς που έχουν ρυθμιστεί έτσι ώστε να δέχονται μόνο κανναβινοειδή, ειδικά την τετραϋδροκανναβινόλη (THC) και την κανναβιδιόλη (CBD). Δεν υπάρχει αρκετή έρευνα που να έχει γίνει για τα άλλα κανναβινοειδή, όπως η κανναβινόλη (CBN) και η cannabigerol (CBG) καθώς και σε πολλά άλλα (υπάρχουν πάνω από 85 κανναβινοειδή που έχουν ανακαλυφθεί μέχρι τώρα), ώστε να γνωρίζουμε πολλά για τους μηχανισμούς δράσης τους.

Αυτό το σύστημα, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της φυσιολογίας μας, ανακαλύφθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 από τον Ισραηλινό ερευνητή Dr. Ralph Mechoulam (βλ. Στο τέλος του άρθρου παράρτημα σχετικά με τον ερευνητή), ο οποίος κατέγραψε επίσης και την THC ως το κύριο δραστικό συστατικό της κάνναβης στις αρχές του 1960. Το Ισραήλ υπήρξε ένα από τα πιο προοδευτικά έθνη πάνω στην έρευνα της κάνναβης και διαθέτει σήμερα ένα από τα πιο προηγμένα προγράμματα ιατρικής κάνναβης στον κόσμο (Πρόσφατα μάλιστα προχώρησε και στην διαδικασία αποποινικοποίησης της χρήσης κάνναβης για ψυχαγωγικούς σκοπούς). Πρόκειται για έναν διεθνή ηγέτη πάνω στην προηγμένη τεχνολογία θερμοκηπίου και παράγει άνθη με 20 τοις εκατό ή και περισσότερο, περιεκτικότητα σε THC.

Η έρευνα του Dr. Μechoulam που τελικά άλλαξε τον κόσμο, ανακάλυψε δύο κύριους υποδοχείς κανναβινοειδών, τον CB1 και τον CB2, που αποτελούν σημεία κλειδιά τόσο για τα ενδοκανναβινοειδή που το σώμα μας παράγει με φυσικό τρόπο όσο και για τα φυτοκανναβινοειδή (δηλ. τα κανναβινοειδή φυτικής προέλευσης), όπως η THC και η CBD. Οι οργανισμοί μας στην πραγματικότητα παράγουν ενδοκανναβινοειδή με ένα παρόμοιο μηχανισμό που το σώμα μας παράγει φυσικές ναρκωτικές ουσίες, όπως πχ. τις ενδορφίνες (endorphins). Συνθετικά κανναβινοειδή, όπως αυτά που υπάρχουν στο Marinol, επίσης συνδυάζονται με τους υποδοχείς, αλλά δεν λειτουργούν τόσο αποτελεσματικά όσο τα φυσικά.

Αυτή η έρευνα του Dr. Μechoulam είχε μικρή απήχηση όταν δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά καθώς ολόκληρος ο κόσμος ήταν ακόμα τυλιγμένος σε μια τρέλα σχετικά με τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών. Ένας διακεκριμένος επιστήμονας ανακαλύπτει ότι οι οργανισμοί μας δεν έχουν μόνο υποδοχείς για τα κανναβινοειδή, αλλά και ότι οι οργανισμοί μας τα παράγουν εσωτερικά. Το επόμενο βήμα ήταν να καταλάβουμε το πώς αυτό επηρεάζει τη λειτουργία του σώματός μας.

Οι υποδοχείς CB1 που βρέθηκαν κυρίως στον εγκέφαλο, αν και είναι παρών και στα αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα. Η τρέχουσα έρευνα δείχνει ότι η THC κλειδώνει ειδικά με τον υποδοχέα CB1. Ως εκ τούτου, είναι υπεύθυνη για την αίσθηση της μέθης που είναι και η πιο γνωστή πτυχή της κάνναβης. Από θεραπευτική άποψη, το πιο σημαντικό αποτέλεσμα είναι ότι διαμορφώνει και μετριάζει την αντίληψη του πόνου. Για παράδειγμα, αν αγγίξουμε με ένα δάχτυλό μας μια καυτή σόμπα θα σταλεί ένας ηλεκτρικός παλμός που θα πάει από το δάχτυλο προς τον εγκέφαλο. Ο εγκέφαλος απαντά, “ωχ, ζεστό” και τραβάμε το δάχτυλο μας μακριά.

Το ότι η THC μετριάζει τον πόνο, δεν σημαίνει ότι αφήνουμε το δάχτυλό μας πάνω στην σόμπα, αλλά ότι η ένταση της οδυνηρής αίσθησης του καψίματος μειώνεται όταν η THC είναι παρούσα στους υποδοχείς CB1. Αυτός ο μηχανισμός δράσης είναι ο λόγος που τα πλούσια σε THC φάρμακα είναι τόσο περιζήτητα από τους ανθρώπους με έντονα θέματα πόνου. Η κάνναβη και τα ναρκωτικά είναι επίσης συν-αγωνιστές, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε ένα από αυτά μεγεθύνει την επίδραση του άλλου. Αυτό επιτρέπει στους ανθρώπους να λαμβάνουν χαμηλότερες δόσεις να εξακολουθούν να έχουν αποτελέσματα. Επιπλέον, οι CB1 υποδοχείς δεν είναι παρόντες στο τμήμα του εγκεφάλου που ρυθμίζει την καρδιακή συχνότητα και την αναπνοή, έτσι σε αντίθεση με τα ναρκωτικά, δεν υπάρχει κάποια θανατηφόρα δόση για την THC, επιτρέποντας σε κάποιον να καταναλώνει όσο χρειάζεται για να έχει τα ανακουφιστικά της αποτελέσματα.

Οι υποδοχείς CB2 βρίσκονται κυρίως στο ανοσοποιητικό σύστημα με την υψηλότερη συγκέντρωση τους να εντοπίζεται στην σπλήνα. Υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ότι οι υποδοχείς θα μπορούσαν επίσης να είναι παρόντες σε μικρά τμήματα των βασικών γαγγλίων του εγκεφάλου ή σε δεσμίδες νεύρων. Και πάλι, η έλλειψη ολοκληρωμένης έρευνας μας έχει αφήσει χωρίς τη απαραίτητη γνώση που θα έπρεπε να είναι ευρέως διαθέσιμη για να προχωρήσουμε παραπέρα.

Οι υποδοχείς CB2 κλειδώνουν με την CBD και λειτουργούν ως ένας αντι-φλεγμονώδης παράγοντας. Οι ανοσο-τονωτικές λειτουργίες του CB2 έχουν πολύ λίγο γίνει κατανοητές καθώς η έρευνα για την CBD μόλις τώρα ξεκινά. Έχουν περάσει μόνο περίπου πέντε χρόνια από τότε που η CBD επανεμφανίστηκε στην ιατρική σκηνή της κάνναβης και ταυτίστηκε με τα Steephill Labs. Τα οφέλη των πλούσιων-σε-CBD σκευασμάτων, με τις αντι-σπασμωδικές ιδιότητες τους, είναι μία από τις πιο συναρπαστικές και ελπιδοφόρες περιοχές της ιατρικής έρευνας στην κάνναβη που τρέχει σήμερα. Ένα από τα άλλα αποτελέσματα της CBD είναι ότι μετριάζει τις επιπτώσεις της THC. Κυριολεκτικά πετάει την THC έξω από τον CB1 υποδοχέα, έτσι ώστε αν κάποιος βιώνει μια THC δηλητηρίαση, μια ισχυρή δόση CBD μπορεί να αντισταθμίσει αυτές τις επιπτώσεις. Το μέλλον των πλούσιων-σε-CBD φαρμάκων είναι σχεδόν απεριόριστο. Πράγματι, έχουμε μόλις ξύσει λίγο από την επιφάνεια του πλανήτη που ονομάζεται κάνναβη.

Η THC και η CBD είναι τα δύο κύρια κανναβινοειδή πάνω στα οποία επικεντρωνόμαστε, ωστόσο υπάρχουν δεκάδες και ίσως εκατοντάδες περισσότερα. Μερικά από αυτά που έχουν ταυτοποιηθεί και μελετηθεί περιλαμβάνουν την CBG, η οποία συνδέεται τόσο στους CB1 όσο και στους CB2 υποδοχείς και είναι ένας ανταγωνιστής για τον CB1, που σημαίνει ότι μετριάζει τα αποτελέσματα της THC. Η cannabichromene (CBC) είναι μη ψυχοδραστική και έχει τόσο αντι-φλεγμονώδεις όσο και αναλγητικές ιδιότητες. Η cannabinol (CBN) είναι ένας μεταβολίτης της THC. Για το λόγο αυτό, σπανίζει στην φρέσκια κάνναβη και είναι μόνο ελαφρώς ψυχοδραστική, έχοντας ως επί το πλείστον μια επίδραση νυσταγμού. Η tetrahydrocannabivarin (THCV) είναι ένα άλλο κανναβινοειδές που βρίσκονται συνήθως στα στελέχη του φυτού που ευδοκιμούν στην κεντρική Ασία και στην Νότια Αφρική, που επίσης δρα ως ανταγωνιστής της THC. Υπάρχουν πολλά περισσότερα κανναβινοειδή από όσα μπορούμε να αναφέρουμε εδώ και όλα έχουν τη δυνατότητα να είναι σημαντικότατα όπως φαίνεται να είναι και η CBD.

Το γεγονός ότι υπάρχει ένα σύστημα στο σώμα μας που παράγει κανναβινοειδή και είναι και ειδικά σχεδιασμένο για να δεχτεί μόνο αυτά, θα πρέπει να είναι η συντριπτική απόδειξη της αποτελεσματικότητας της κάνναβης ως φάρμακο. Από τις επιδράσεις κατευνασμού του πόνου της THC, στις αντι-σπασμωδικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες της CBD, έχουμε απλώς μόνο ξύσει την επιφάνεια ενός τεράστιου κόσμου δυνατοτήτων. Οι άνθρωποι άρχισαν να αντιλαμβάνονται τα οφέλη αυτών των φαρμάκων καθώς όλο και περισσότεροι ερευνητές διερευνούν τις άπειρες δυνατότητες που ενυπάρχουν σε αυτό το φαινομενικά απλό φυτό. Οι μελλοντικές γενιές θα κοιτάξουν κάποια στιγμή πίσω στον χρόνο και θα αναρωτιούνται γιατί μας πήρε τόσο καιρό να το καταλάβουμε.

Παράρτημα:
Professor Raphael Mechoulam
Γεννήθηκε το 1930 (Σόφια, Βουλγαρία)
Department for Medicinal Chemistry and Natural Products
Faculty of Medicine
Hebrew University of Jerusalem

http://gdurl.com/W9yXΟ Δρ. Mechoulam είναι καθηγητής στο Τμήμα Φαρμακευτικής Χημείας και Φυσικών Προϊόντων του Τμήματος Ιατρικής, είναι πρώην Πρύτανης του Πανεπιστημίου και μέλος της Ακαδημίας Επιστημών του Ισραήλ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα είναι στον τομέα της χημείας και της βιολογικής δραστηριότητας των φυσικών προϊόντων και των φαρμακευτικών παραγόντων. Οι κύριες συνεισφορές του είναι στον τομέα των συστατικών της κάνναβης και των ενδογενών κανναβινοειδών που βρίσκονται στον εγκέφαλο και στην περιφέρεια. Έχει δημοσιεύσει εκτενώς για τις φαρμακολογικές τους δραστηριότητες.

Δείγμα ερευνητικών δημοσιεύσεων:
(Έχουμε βρει και συγκεντρώσει τις παρακάτω μελέτες σε ένα ενιαίο αρχείο pdf 50 σελίδων, ο αριθμός σελίδας εμπρός από κάθε παραπομπή αναφέρεται στο που ξεκινά η κάθε μελέτη μέσα στο αρχείο)

  • σελ.01 Y. Gaoni and R. Mechoulam. Isolation, structure and partial synthesis of an active constituent of hashish. J. Amer. Chem. Soc., 86, 1646 (1964).
  • σελ.03 R. Mechoulam, A. Shani, H. Edery and Y. Grunfeld. The chemical basis of hashish activity. Science, 169, 611-612 (1970).
  • σελ.05 J.J. Feigenbaum F. Bergmann, S.A. Richmond, R. Mechoulam, V. Nadler, Y. Kloog and M. Sokolovsky. A non-psychotropic cannabinoid acts as a functional N-methyl-D-asparate (NMDA) receptor blocker. Proc. Nat. Acad. Sci. 86, 9584-9587 (1989).
  • σελ.09 R. Seltzer, Z. Zeltser, A. Eisen, J.J. Feigenbaum and R. Mechoulam. Suppression of neuropathic pain behavior in rats by a non-psychotropic synthetic cannabinoid with NMDA receptor- blocking properties. Pain 47, 95-103 (1991).
  • σελ.18 W.A. Devane, L. Hanus, A. Breuer, R.G. Pertwee, L.A. Stevenson, G. Griffin, D. Gibson, A. Mandelbaum, A. Etinger and R. Mechoulam. Isolation and structure of a brain constituent that binds to the cannabinoid receptor. Science 258, 1946-1949 (1992).
  • σελ.22 R. Mechoulam, S. Ben-Shabat, L. Hanus, M. Ligumsky, N.E. Kaminski, A.R. Schatz, A. Gopher, S. Almog, B.R. Martin, D.R. Compton, R.G. Pertwee, G. Griffin, M. Bayewitch, J. Barg and Z. Vogel. Identification of an endogenous 2-monoglyceride, present in canine gut, that binds to cannabinoid receptors. Biochem. Pharmacol. 50, 83-90 (1995).
  • σελ.30 L. Hanus, A. Breuer, S. Tchilibon, S. Shiloah, D. Goldenberg, M. Horowitz, R.G.Pertwee , R.A.Ross, R. Mechoulam and E. Fride. HU-308: A specific agonist for CB2, a peripheral cannabinoid receptor. Proc. Natl. Acad. Sci. (US), 96, 14228-14233 (1999).
  • σελ.36 A.M. Malfait, R. Gallily, P.F. Sumariwalla, A.S. Malik, E. Andreakos, R. Mechoulam, M. Feldmann. The non-psychoactive cannabis-constituent cannabidiol is an oral anti-arthritic therapeutic in murine collagen-induced arthritis. Proc. Natl. Acad. Sci (USA) 97, 9561-9566 (2000).
  • σελ.42 L. Hanus, S. Abu-Lafi, E. Fride, A. Breuer, Z. Vogel, D.E. Shalev, I. Kustanovich and R. Mechoulam. 2-Arachidonyl glycerol ether, endogenous agonist of the cannabinoid CB1 receptor. Proceed. Natl. Acad. Sci. (USA) 98, 3662-3665 (2001).
  • σελ.46 D. Panikashvili, C. Simeonidou, S. Ben-Shabat, L. Hanus, A. Breuer, R. Mechoulam and E. Shohami. An endogenous cannabinoid (2-AG) is neuroprotective after brain injury. Nature 413, 527-531 (2001).

http://gdurl.com/TJ2l

Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα. Μέρος 1

(Αναδημοσίευση με μετάφραση από: CBD OILS - The Home Of Hemp, “The Endocannabinoid System. Part 1”, Health & Nutrition, 21 January 2017)

Για να καταλάβουμε πώς λειτουργεί η κανναβιδιόλη (CBD), θα πρέπει να κατανοήσουμε το ενδοκανναβινοειδές σύστημα, ΕΣΚ.

Έχουμε όλοι μας ενδοκανναβινοειδές σύστημα, όπως έχουν όλα τα θηλαστικά, τα πτηνά, τα ερπετά και τα ψάρια. Ακόμη και τα αμφίβια φαίνεται να έχουν μια πρωτόγονη έκδοση του. Το σύστημα δεν είναι ακριβώς το ίδιο σε όλα τα ζώα, έτσι θα ασχοληθούμε μόνο με το σύστημα που υπάρχει σε ανθρώπους που είναι σχεδόν το ίδιο όλα τα θηλαστικά, είναι ίδιο δηλαδή με αυτό του σκύλου ή της γάτας σας.

Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα είναι εσωτερικά στο σώμα και γι' αυτό έχει το πρόθεμα “ενδο” από την ελληνική λέξη που σημαίνει “μέσα, εσωτερικά, απορροφημένο ή περιεχόμενο”. Αποτελείται από τα ενδοκανναβινοειδή, τους υποδοχείς κανναβινοειδών και τα ένζυμα.

http://gdurl.com/81wE

Τα ενδοκανναβινοειδή είναι λιπαρές ουσίες ή έλαια σε μικροσκοπικές ποσότητες που αλληλεπιδρούν ή προσδένονται με τους υποδοχείς κανναβινοειδών.

Οι υποδοχείς κανναβινοειδών είναι μεμβράνες των κυττάρων του σώματός μας που επιτρέπουν τα σήματα να περάσουν εντός και εκτός. Υπάρχουν οι CB1 και οι CB2 υποδοχείς στο κεντρικό νευρικό σύστημα και οι CB2 υποδοχείς στο ανοσοποιητικό και το γαστρεντερικό σύστημα. Οι επιστήμονες έχουν πει ότι υπάρχει και ένας υποδοχέας CB3 αλλά αυτό εξακολουθεί να είναι μόνο στην θεωρία επί του παρόντος.

Τα ένζυμα είναι υπεύθυνα για την παραγωγή και τη διάθεση των ενδοκανναβινοειδών.

Το σώμα μας παράγει ενδοκανναβινοειδή προκειμένου να περάσει τα μηνύματα σχετικά με λειτουργίες όπως ο πόνος, η φλεγμονή, η μνήμη, η όρεξη και η διάθεση.

Η CBD είναι ένα φυτοκανναβιδοειδές, δηλαδή πρόκειται για ουσία που προέρχεται από ένα φυτό και που αλληλεπιδρά με τους υποδοχείς κανναβινοειδών που υπάρχουν στο σώμα μας. Τα περισσότερα φυτοκανναβινοειδή είναι από το φυτό της κάνναβης, αν και μερικά άλλα φυτά, όπως η echinacea και το κακάο περιέχουν επίσης ουσίες που μοιάζουν με τα κανναβινοειδή.

Έτσι η CBD και τα άλλα φυτοκανναβινοειδή μπορούν να επηρεάσουν το σώμα μας με τον ίδιο τρόπο όπως το επηρεάζουν και τα ενδοκανναβινοειδή. Η επιστήμη δεν είναι ακόμη σαφής στο κατά πόσον τα φυτοκανναβινοειδή μπορούν να αντικαταστήσουν ή να υποκαταστήσουν τα ενδοκανναβινοειδή, αλλά φαίνεται λογικό να μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Να θυμάστε όμως ότι όταν χορηγείται CBD (πχ. από το στόμα), ακόμη και σε μικρές δόσεις, αυτή η ποσότητα είναι μαζικά μεγαλύτερη από τις μικροσκοπικές ποσότητες των ενδοκανναβινοειδών.

Στη θεωρία, στη συνέχεια (και από την πραγματική εμπειρία), τα φυτοκανναβινοειδή μπορούν να επηρεάσουν τον πόνο, την φλεγμονή, την μνήμη, την όρεξη και τη διάθεση. Να θυμάστε όμως ότι το αποτέλεσμα μπορεί να λειτουργήσει αμφίδρομα (δηλ. είτε μειώνοντας είτε αυξάνοντας το μέγεθος). Για παράδειγμα, οι επιστήμονες εργάζονται σκληρά για να ερευνήσουν το πώς τα κανναβινοειδή μπορούν να μειώσουν αντί να αυξήσουν τον πόνο και τη φλεγμονή και να έχουν ευεργετική επίδραση στη μνήμη και τη διάθεσή μας.

Έτσι είναι αρκετά σαφές ότι το ενδοκανναβινοειδές σύστημά μας είναι πολύ σημαντικό για την υγεία και την ευημερία μας. Όλα και τα πιο αξιόλογα από αυτά ανακαλύφθηκαν μόλις το 1988, από έναν ισραηλινό επιστήμονα που ονομάζεται Raphael Mechoulam και 30 χρόνια μετά, οι περισσότεροι γιατροί συνεχίζουν να μην λαμβάνουν καμία εκπαίδευση σε όλο αυτό. Οι ιατρικές σχολές έχουν ακόμη πολύ δρόμο για να καλύψουν το κενό πάνω σε αυτό το κομμάτι της επιστήμης.

Το πόσο σημαντικό είναι το ενδοκανναβινοειδές σύστημα το έχει επίσης εκφράσει και ο Dr. David Allen, ένας διαπρεπής καρδιοχειρουργός και καρδιολόγος. Ο ίδιος το περιγράφει ως την πιο σημαντική ανακάλυψη στον τομέα της ιατρικής από την εφεύρεση της τεχνικής της αποστειρωμένης χειρουργικής επέμβασης.

Dr. David Allen Explains Medical Marijuana / Ο Dr. David Allen Εξηγεί την Ιατρική Κάνναβη
Διάρκεια 00:06:54
Δημοσιεύτηκε στις 2 Αυγούστου 2012

Ο Dr. David Allen ασχολείται με το πώς οι κανόνες εμπλοκής στον πόλεμο κατά των ναρκωτικών παραβιάζονται από την κυβέρνηση των ΗΠΑ και πώς το σώμα της επιστήμης που τώρα χρησιμοποιεί φάρμακα με βάση τα κανναβινοειδή θα πρέπει να τα χρησιμοποιούν σε όλη την Αμερική και όχι μόνο στα δωμάτια έκτακτης ανάγκης και μέσα από τις συνταγογραφήσεις, αλλά μέσα από την κατάποση σκευασμάτων από όλο το φυτό, καθημερινά, ως ένα απαραίτητο συμπλήρωμα της διατροφής μας.

Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα. Μέρος 2

(Αναδημοσίευση με μετάφραση από: CBD OILS - The Home Of Hemp, “The Endocannabinoid System. Part 2”, Health & Nutrition, 26 January 2017)

Η ανακάλυψη του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος (ΕΚΣ) το 1988 είναι τόσο πρόσφατη που οι ερευνητές, οι επιστήμονες και οι γιατροί δεν έχουν ακόμη ανακαλύψει όλες τις επιδράσεις του στην ανθρώπινη υγεία. Επίσης, δεδομένου του στιγματισμού της κάνναβης και της για περίπου έναν αιώνα προπαγάνδας κινδυνολογίας σχετικά με τους κινδύνους της, ακόμη και για τους πιο προνοητικούς είναι δύσκολο να βάλουν στην άκρη αυτές τις βαθιά ριζωμένες εσφαλμένες (ή έστω μη-αποδεδειγμένες) πεποιθήσεις.

Υπάρχει επίσης ένας τεράστιος όγκος από νομοθεσία (η οποία χτίστηκε πάνω σε τέτοιες προκαταλήψεις και πεποιθήσεις), ο οποίος αναστέλλει την έρευνα και εμποδίζει τους επιστήμονες από το να είναι σε θέση να μελετήσουν την κάνναβη και τα συστατικά της. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του ογκόλιθου νομοθεσίας πηγάζει από την Ενιαία Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών του 1961 για τα ναρκωτικά (United Nations 1961 Single Convention on Narcotic Drugs, pdf αρχείο 168 σελίδων στα αγγλικά, περιλαμβάνονται όλες οι εκδόσεις της σύμβασης) που ορίζει ότι η κάνναβη δεν έχει καμία ιατρική αξία [σημείωση από την μετάφραση: την τοποθετεί στην ίδια κατηγορία και άρα και στην ίδια αντιμετώπιση με τις παπαρούνες όπιου. Φυσικά αυτό δεν έγινε ούτε τυχαία αλλά ούτε και γιατί παραπλανήθηκαν όλες οι χώρες που υπέγραψαν την σύμβαση, είναι προφανές ότι οι ΗΠΑ πίεσαν τις υπόλοιπες χώρες να αποδεχτούν την δική της “άποψη” για την κάνναβη, άποψη η οποία δεν είναι άλλη από αυτήν που εκφράζεται στον νόμο Controlled Substances Act του 1970, όπου οι ΗΠΑ κατατάσσουν την κάνναβη στον Schedule I / Πίνακα Ι μαζί με τα “σκληρά” ναρκωτικά που δεν έχουν καμία ιατρική χρησιμότητα]. Όλο αυτό είχε ως συνέπεια να είναι πολύ ακριβή και χρονοβόρα η όποια έρευνα σχετικά με την κάνναβη. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Υπουργείο Εσωτερικών καταπνίγει την έρευνα αφού χρεώνει περίπου £5.000 για τη χορήγηση μιας άδειας που απαιτεί μια χρονική περίοδο μέχρι και δύο χρόνια για να περάσει από “εξέταση” μέσα από την διοικητική διαδικασία παροχής της. Για να αποκτήσει κάποιος άδεια έρευνας, θα πρέπει επίσης, να εφαρμόσει μέτρα ασφαλείας τα οποία είναι πολύ ακριβά και απαιτείται πολύ πιο αυστηρός έλεγχος που θα πρέπει να τηρείται για την κάνναβη, ακόμη πιο αυστηρός και από άλλες πολύ τοξικές ουσίες, όπως είναι η ηρωίνη ή η κοκαΐνη.

Ωστόσο, η χαμηλή σε περιεκτικότητα THC κάνναβη, που περιέχει λιγότερο από 0,2% THC είναι νόμιμο να καλλιεργηθεί στο πλαίσιο μιας άδειας που κοστίζει μόλις μερικές εκατοντάδες λίρες και είναι πολύ πιο εύκολο να επιτευχθεί. Αυτή η κάνναβη, γνωστή και ως “βιομηχανική κάνναβη” (industrial hemp) που περιέχει υψηλά επίπεδα κανναβιδιόλης (CBD), σε αντίθεση με την THC δεν είναι μια ελεγχόμενη ουσία. Αυτός είναι και ένας λόγος που τα CBD προϊόντα είναι τόσο δημοφιλή και διαθέσιμα. Περιέχουν όλα τα συστατικά της κάνναβης με ένα πολύ χαμηλό επίπεδο THC. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να δράσουν στο ΕΚΣ και να παρέχουν ένα μεγάλο μέρος του οφέλους που η κάνναβη μπορεί να προσφέρει για την υγεία και την ευημερία.

Όπως έχουμε εξηγήσει αλλού, επειδή η κάνναβη είναι τόσο αυστηρά ελεγχόμενη, αυτά τα CBD προϊόντα δεν πωλούνται ως φάρμακα, αλλά ως συμπληρώματα διατροφής. Έτσι δεν μπορούν να γίνουν αξιώσεις (ακόμα και αν έχουμε απτές αποδείξεις από επιστημονικές έρευνες) ότι μπορούν να αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας ή ασθένειες. Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι βοηθούν στη διατήρηση της υγείας και της ευημερίας, ακριβώς όπως κάνουν ή υπόσχονται ότι κάνουν και τα άλλα συμπληρώματα διατροφής.

Περιέργως, παρά τον τρομερό στιγματισμό της κάνναβης, η THC, η οποία είναι η βασική ψυχοτρόπος ουσία, είναι τώρα διαθέσιμη ως μια απομονωμένη ένωση και διατίθεται στην αγορά ως φάρμακο είτε ως Marinol (ντροναμπινόλη) είτε ως Cesamet (ναβιλόνη) [που είναι βέβαια κατά κόρον συνθετικές χημικές ενώσεις που μοιάζουν με την THC]. Ωστόσο, αυτά τα σκευάσματα έχουν αποδειχθεί ότι δεν είναι και τόσο δημοφιλή στους ασθενείς και στους γιατρούς και αυτό συμβαίνει για δύο λόγους, ο ένας είναι ότι αποτελούν χημικές ενώσεις που έχουν παραχθεί στο εργαστήριο (συνθετικά κανναβινοειδή), το δεύτερο είναι ότι σταδιακά, η έστω και με την περιορισμένη ποσότητα έρευνας που έχει διεξαχθεί, φαίνεται ότι η THC λειτουργεί καλύτερα όταν συνδυάζεται με την CBD και τα άλλα συστατικά του φυτού. Αυτό το φαινόμενο είναι γνωστό ως “συνοδό φαινόμενο” (entourage effect) και δείχνει ότι τα εκχυλίσματα ολόκληρου του φυτού της κάνναβης είναι πιο αποτελεσματικά από ότι οι απομονωμένες ενώσεις που περιέχει.

(σημείωση: η επόμενη παράγραφος και η φωτογραφία που την συνοδεύει αποτελούν έμμεση διαφήμιση των προϊόντων της εταιρίας από της οποίας τον ιστότοπο πήραμε τα 2 άρθρα σχετικά με το ΕΚΣ)

Έτσι, για άλλη μια φορά, αυτό εξηγεί το γιατί τα CBD προϊόντα όπως αυτά του Love Hemp είναι τόσο δημοφιλή και αποτελεσματικά. Είναι εκχυλίσματα κάνναβης από ολόκληρο το φυτό, με χαμηλό THC και λειτουργούν με το να τροφοδοτούν το ενδοκανναβινοειδές σύστημα και να επαναφέρουν το σώμα σε ισορροπία. Μεταξύ όλων των άλλων καθηκόντων του, το ΕΚΣ είναι υπεύθυνο για τη διατήρηση της “ομοιόστασης” (homeostasis) ή αλλιώς της σταθερότητας και της ισορροπίας όλων των λειτουργιών του σώματος μας.
Τροφοδοτήστε λοιπόν το ΕΚΣ σας με τα προϊόντα Love Hemp CBD

http://gdurl.com/tqST

The Endocannabinoid System and How It Works / Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα και πώς λειτουργεί

Διάρκεια 00:06:06
Δημοσιεύτηκε στις 8 Ιουνίου 2012

Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα αναφέρεται σε μια ομάδα νευροτροποποιητικών λιπιδίων και υποδοχέων που εμπλέκονται σε μία ποικιλία φυσιολογικών διεργασιών, συμπεριλαμβανομένων αυτών της όρεξης, της αίσθησης του πόνου, της διάθεσης και της μνήμης, διαμεσολαβεί τις ψυχοδραστικές επιδράσεις της κάνναβης και, σε γενικές γραμμές, περιλαμβάνει:
- Τους υποδοχείς κανναβινοειδών CB1 και CB2, δύο G υποδοχείς συζευγμένων με πρωτεΐνη που βρίσκονται στο κεντρικό και στο περιφερικό νευρικό σύστημα, αντίστοιχα.
- Τα ενδογενή λιπίδια αραχιδονικής βάσης, του ανανδαμιδίου (Ν-arachidonoylethanolamide, ΑΕΑ) και της 2-αραχιδονοϋλογλυκερόλης (2-AG), γνωστά και ως “ενδοκανναβινοειδή”, που είναι φυσιολογικοί συνδέτες για τους υποδοχείς κανναβινοειδών.
- Τα ένζυμα που συνθέτουν και υποβαθμίζουν τα ενδοκανναβινοειδή. Αντίθετα με τους παραδοσιακούς νευροδιαβιβαστές, τα ενδογενή κανναβινοειδή δεν αποθηκεύονται σε κυστίδια μετά την σύνθεση, αλλά συντίθενται σε πρώτη ζήτηση (Rodriguez de Fonseca et al., 2004).
Ωστόσο, ορισμένα στοιχεία δείχνουν ότι μπορεί να υπάρχει μια δεξαμενή συντεθημένων ενδοκανναβινοειδών (δηλαδή, 2-AG) χωρίς την απαίτηση της σε πρώτη ζήτηση σύνθεσης τους.

CANNABIS BASICS - THE ENDOCANNABINOID SYSTEM / ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΤΗΣ ΚΑΝΝΑΒΗΣ – ΤΟ ΕΝΔΟΚΑΝΝΑΒΙΝΟΕΙΔΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑ

Διάρκεια 00:11:41
Δημοσιεύτηκε στις 27 Αυγούστου 2016

Είναι πλέον αδιαφιλονίκητο το ότι η κάνναβη έχει τεράστιες θεραπευτικές δυνατότητες για πολλές ψυχικές και σωματικές καταστάσεις στις οποίες η σύγχρονη ιατρική είναι δραστικά κατώτερη στην θεραπεία τους. Αλλά πώς λειτουργεί η κάνναβη; Πώς επιδρά όταν την καταναλώνουμε; Το μυστικό σε αυτό έγκειται στο ενδοκανναβινοειδές σύστημα του σώματός μας -ένα πολύπλοκο σύστημα αλληλεξαρτώμενων νευροδιαβιβαστών και ενδογενών χημικών ουσιών, καθώς και μια σειρά των υποδοχέων που τα μεταδίδουν.

Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα

(Μερική αναδημοσίευση με μετάφραση από: Wikipedia, “Endocannabinoid system”, From Wikipedia, the free encyclopedia)

(σημείωση: Το λήμμα αυτό από την Wikipedia έχει μια πολύ καλή τεκμηρίωση από μελέτες που το συνοδεύουν, βλ. στο τέλος στις αναφορές, όμως το κείμενο είναι σε μια “βαριά” επιστημονική γλώσσα, θα λέγαμε, όπου γίνονται αναφορές σε ιατρική ορολογία και γιαυτό ίσως να μην απευθύνεται στον μέσο αναγνώστη, χώρια ότι δεν διαθέτουμε την κατάλληλη γνώση για να κάνουμε μια τόσο εντοπισμένη επιστημονικά μετάφραση. Γιαυτό και μεταφράσαμε μόνο τις αρχικές παραγράφους και όχι όλο το κείμενο. Κυρίως μας ενδιέφερε να συμπεριλάβουμε τις αναφορές/παραπομπές στις επιστημονικές έρευνες που περιέχει)

Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα (ΕΚΣ) είναι μία ομάδα ενδογενών υποδοχέων κανναβινοειδών που βρίσκεται στον εγκέφαλο των θηλαστικών και σε όλο το κεντρικό και περιφερικό νευρικό σύστημα, που αποτελείται από νευροτροποποιητικά λιπίδια και τους υποδοχείς τους. Γνωστό ως “το σύστημα κανναβινοειδών του σώματος μας”, το ΕΚΣ εμπλέκεται σε μία ποικιλία φυσιολογικών διεργασιών που περιλαμβάνουν την όρεξη, την αίσθηση του πόνου, τη διάθεση και τη μνήμη και στη μεσολάβηση των ψυχοδραστικών συνεπειών της κάνναβης. Το ΕΚΣ συμμετέχει επίσης στην εθελοντική άσκηση και μπορεί να σχετίζεται με την αίσθηση ευφορίας των δρομέων στους ανθρώπους και τις συναφείς πτυχές των κινήτρων ή της ανταμοιβής για την κινητική δραστηριότητα σε άλλα ζώα.

Οι δύο κύριοι ενδοκανναβινοειδείς υποδοχείς που έχουν ταυτοποιηθεί είναι: ο CB1, που κλωνοποιήθηκε πρώτη φορά το 1990 και ο CB2, που κλωνοποιήθηκε το 1993. Οι υποδοχείς CB1 βρίσκονται κυρίως στον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα, καθώς και σε περιφερικούς ιστούς και όργανα και είναι ο κύριος μοριακός στόχος του ενδοκανναβινοειδούς συνδέτη (μόριο δέσμευσης), της ανανδαμίδης, καθώς και μιμητικό του φυτοκανναβινοειδούς THC. Ένα άλλο βασικό ενδοκανναβινοειδές είναι η 2-αραχιδονοϋλογλυκερόλη (2-AG), η οποία δραστηριοποιείται σε δύο υποδοχείς κανναβινοειδών, μαζί με τον δικό του μιμητή φυτοκανναβινοειδές, την CBD. Οι 2-AG και CBD εμπλέκονται στη ρύθμιση της όρεξης, τις λειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος και τη διαχείριση του πόνου.

Αναφορές

(Συγκεντρώσαμε όλες τις παρακάτω ερευνητικές δημοσιεύσεις [οι περισσότερες είναι πίσω από κλειδωμένους ιστότοπους] σε ένα αρχείο pdf 862 σελίδων. Οι αναφορές σελίδας στην αρχή κάθε παραπομπής αναφέρονται στην σελίδα αρχής για κάθε εργασία μέσα σε αυτό το αρχείο)

  • σελ.001 Grotenhermen, Franjo (23 Jul 2012). “The Therapeutic Potential of Cannabis and Cannabinoids”. Dtsch Arztebl Int. 109 (PMC3442177): 495–501. doi:10.3238/arztebl.2012.0495. PMC 3442177. PMID 23008748.
  • σελ.012 Aizpurua-Olaizola, Oier; Elezgarai, Izaskun; Rico-Barrio, Irantzu; Zarandona, Iratxe; Etxebarria, Nestor; Usobiaga, Aresatz (2016). “Targeting the endocannabinoid system: future therapeutic strategies”. Drug Discovery Today. doi:10.1016/j.drudis.2016.08.005. PMID 27554802.
  • σελ.018 Thompson, Z., D. Argueta, T. Garland, Jr., and N. DiPatrizio. 2017. Circulating levels of endocannabinoids respond acutely to voluntary exercise, are altered in mice selectively bred for high voluntary wheel running, and differ between the sexes. Physiology & Behavior 170:141–150.
  • σελ.062 Kuhn, S. L., D. A. Raichlen, and A. E. Clark. 2016. What moves us? How mobility and movement are at the center of human evolution. Evolutionary Anthropology: Issues, News, and Reviews 25:86–97.
  • σελ.074 Blázquez, C; Chiarlone, A; Bellocchio, L; Resel, E; Pruunsild, P; García-Rincón, D; Sendtner, M; Timmusk, T; Lutz, B; Galve-Roperh, I; Guzmán, M (20 February 2015). “The CB1 cannabinoid receptor signals striatal neuroprotection via a PI3K/Akt/mTORC1/BDNF pathway”. Cell Death and Differentiation. 22 (10): 1618–1629. doi:10.1038/cdd.2015.11.
  • σελ.086 Russo, Ethan B (August 2011). “Taming THC: potential cannabis synergy and phytocannabinoid-terpenoid entourage effects”. British Journal of Pharmacology. 163 (7): 1344–1364. doi:10.1111/j.1476-5381.2011.01238.x. PMC 3165946. PMID 21749363.
  • σελ.107 Pertwee RG (April 2006). “The pharmacology of cannabinoid receptors and their ligands: an overview”. Int J Obes (Lond). 30 (Suppl 1): S13–8. doi:10.1038/sj.ijo.0803272. PMID 16570099.
  • σελ.113 Fortin DA, Levine ES (2007). “Differential effects of endocannabinoids on glutamatergic and GABAergic inputs to layer 5 pyramidal neurons”. Cereb. Cortex. 17 (1): 163–74. doi:10.1093/cercor/bhj133. PMID 16467564.
  • σελ.125 Good CH (2007). “Endocannabinoid-dependent regulation of feedforward inhibition in cerebellar Purkinje cells”. J. Neurosci. 27 (1): 1–3. doi:10.1523/JNEUROSCI.4842-06.2007. PMID 17205618.
  • σελ.128 Hashimotodani Y, Ohno-Shosaku T, Kano M (2007). “Presynaptic monoacylglycerol lipase activity determines basal endocannabinoid tone and terminates retrograde endocannabinoid signaling in the hippocampus”. J. Neurosci. 27 (5): 1211–9. doi:10.1523/JNEUROSCI.4159-06.2007. PMID 17267577.
  • σελ.137 Kishimoto Y, Kano M (2006). “Endogenous cannabinoid signaling through the CB1 receptor is essential for cerebellum-dependent discrete motor learning”. J. Neurosci. 26 (34): 8829–37. doi:10.1523/JNEUROSCI.1236-06.2006. PMID 16928872.
  • σελ.146 Di Marzo V, Goparaju SK, Wang L, Liu J, Bátkai S, Járai Z, Fezza F, Miura GI, Palmiter RD, Sugiura T, Kunos G (April 2001). “Leptin-regulated endocannabinoids are involved in maintaining food intake”. Nature. 410 (6830): 822–5. doi:10.1038/35071088. PMID 11298451.
  • σελ.150 Cravatt BF, et al. (July 2001). “Supersensitivity to anandamide and enhanced endogenous cannabinoid signaling in mice lacking fatty acid amide hydrolase”. Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A. 98 (16): 9371–6. Bibcode:2001PNAS...98.9371C. doi:10.1073/pnas.161191698. JSTOR 3056353. PMC 55427Freely accessible. PMID 11470906.
  • σελ.156 Flores A, Maldonado R, Berrendero F (2013). “Cannabinoid-hypocretin cross-talk in the central nervous system: what we know so far”. Front Neurosci. 7: 256. doi:10.3389/fnins.2013.00256. PMC 3868890. PMID 24391536. “Direct CB1-HcrtR1 interaction was first proposed in 2003 (Hilairet et al., 2003). Indeed, a 100-fold increase in the potency of hypocretin-1 to activate the ERK signaling was observed when CB1 and HcrtR1 were co-expressed ... In this study, a higher potency of hypocretin-1 to regulate CB1-HcrtR1 heteromer compared with the HcrtR1-HcrtR1 homomer was reported (Ward et al., 2011b). These data provide unambiguous identification of CB1-HcrtR1 heteromerization, which has a substantial functional impact. ... The existence of a cross-talk between the hypocretinergic and endocannabinoid systems is strongly supported by their partially overlapping anatomical distribution and common role in several physiological and pathological processes. However, little is known about the mechanisms underlying this interaction.
    • Figure 1: Schematic of brain CB1 expression and orexinergic neurons expressing OX1 or OX2
    • Figure 2: Synaptic signaling mechanisms in cannabinoid and orexin systems
    • Figure 3: Schematic of brain pathways involved in food intake
  • σελ.173 Watkins BA, Kim J (2014). “The endocannabinoid system: helps to direct eating behavior and macronutrient metabolism”. Front Psychol. 5: 1506. doi:10.3389/fpsyg.2014.01506. PMC 4285050. PMID 25610411. “CB1 is present in neurons of the enteric nervous system and in sensory terminals of vagal and spinal neurons in the gastrointestinal tract (Massa et al., 2005). Activation of CB1 is shown to modulate nutrient processing, such as gastric secretion, gastric emptying, and intestinal motility. ... CB1 is shown to co-localize with the food intake inhibiting neuropeptide, corticotrophin-releasing hormone, in the paraventricular nucleus of the hypothalamus, and with the two orexigenic peptides, melanin-concentrating hormone in the lateral hypothalamus and with pre-pro-orexin in the ventromedial hypothalamus (Inui, 1999; Horvath, 2003). CB1 knockout mice showed higher levels of CRH mRNA, suggesting that hypothalamic EC receptors are involved in energy balance and may be able to mediate food intake (Cota et al., 2003). ... The ECS works through many anorexigenic and orexigenic pathways where ghrelin, leptin, adiponectin, endogenous opioids, and corticotropin-releasing hormones are involved (Viveros et al., 2008).
  • σελ.183 Thompson MD, Xhaard H, Sakurai T, Rainero I, Kukkonen JP (2014). “OX1 and OX2 orexin/hypocretin receptor pharmacogenetics”. Front Neurosci. 8: 57. doi:10.3389/fnins.2014.00057. PMC 4018553. PMID 24834023. “OX1–CB1 dimerization was suggested to strongly potentiate orexin receptor signaling, but a likely explanation for the signal potentiation is, instead, offered by the ability of OX1 receptor signaling to produce 2-arachidonoyl glycerol, a CB1 receptor ligand, and a subsequent co-signaling of the receptors (Haj-Dahmane and Shen, 2005; Turunen et al., 2012; Jäntti et al., 2013). However, this does not preclude dimerization.
  • σελ.195 Jäntti MH, Mandrika I, Kukkonen JP (2014). “Human orexin/hypocretin receptors form constitutive homo- and heteromeric complexes with each other and with human CB1 cannabinoid receptors”. Biochem. Biophys. Res. Commun. 445 (2): 486–90. doi:10.1016/j.bbrc.2014.02.026. PMID 24530395. “Orexin receptor subtypes readily formed homo- and hetero(di)mers, as suggested by significant BRET signals. CB1 receptors formed homodimers, and they also heterodimerized with both orexin receptors. ... In conclusion, orexin receptors have a significant propensity to make homo- and heterodi-/oligomeric complexes. However, it is unclear whether this affects their signaling. As orexin receptors efficiently signal via endocannabinoid production to CB1 receptors, dimerization could be an effective way of forming signal complexes with optimal cannabinoid concentrations available for cannabinoid receptors.
  • σελ.200 Pertwee RG (January 2008). “The diverse CB1 and CB2 receptor pharmacology of three plant cannabinoids: delta9-tetrahydrocannabinol, cannabidiol and delta9-tetrahydrocannabivarin”. Br. J. Pharmacol. 153 (2): 199–215. doi:10.1038/sj.bjp.0707442. PMC 2219532. PMID 17828291.
  • σελ.217 Elphick MR, Egertová M (March 2001). “The neurobiology and evolution of cannabinoid signalling”. Philos. Trans. R. Soc. Lond., B, Biol. Sci. 356 (1407): 381–408. doi:10.1098/rstb.2000.0787. PMC 1088434. PMID 11316486.
  • σελ.245 Puente N, Cui Y, Lassalle O, Lafourcade M, Georges F, Venance L, Grandes P, Manzoni OJ (December 2011). “Polymodal activation of the endocannabinoid system in the extended amygdala”. Nat. Neurosci. 14 (12): 1542–7. doi:10.1038/nn.2974. PMID 22057189.
  • σελ.253 Ibrahim BM, Abdel-Rahman AA (2014). “Cannabinoid receptor 1 signaling in cardiovascular regulating nuclei in the brainstem: A review”. J Adv Res. 5 (2): 137–45. doi:10.1016/j.jare.2013.03.008. PMC 4294710. PMID 25685481.
  • σελ.262 Ibrahim BM, Abdel-Rahman AA (2015). “A pivotal role for enhanced brainstem Orexin receptor 1 signaling in the central cannabinoid receptor 1-mediated pressor response in conscious rats”. Brain Res. 1622: 51–63. doi:10.1016/j.brainres.2015.06.011. PMC 4562882. PMID 26096126. “Orexin receptor 1 (OX1R) signaling is implicated in cannabinoid receptor 1 (CB1R) modulation of feeding. Further, our studies established the dependence of the central CB1R-mediated pressor response on neuronal nitric oxide synthase (nNOS) and extracellular signal-regulated kinase1/2 (ERK1/2) phosphorylation in the RVLM. We tested the novel hypothesis that brainstem orexin-A/OX1R signaling plays a pivotal role in the central CB1R-mediated pressor response. Our multiple labeling immunofluorescence findings revealed co-localization of CB1R, OX1R and the peptide orexin-A within the C1 area of the rostral ventrolateral medulla (RVLM). Activation of central CB1R following intracisternal (i.c.) WIN55,212-2 (15μg/rat) in conscious rats caused significant increases in BP and orexin-A level in RVLM neuronal tissue. Additional studies established a causal role for orexin-A in the central CB1R-mediated pressor response
  • σελ.288 Okamoto Y, Morishita J, Tsuboi K, Tonai T, Ueda N (February 2004). “Molecular characterization of a phospholipase D generating anandamide and its congeners”. J. Biol. Chem. 279 (7): 5298–305. doi:10.1074/jbc.M306642200. PMID 14634025.
  • σελ.297 Liu J, Wang L, Harvey-White J, Osei-Hyiaman D, Razdan R, Gong Q, Chan AC, Zhou Z, Huang BX, Kim HY, Kunos G (September 2006). “A biosynthetic pathway for anandamide”. Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A. 103 (36): 13345–50. Bibcode:2006PNAS..10313345L. doi:10.1073/pnas.0601832103. PMC 1557387. PMID 16938887.
  • σελ.303 Magotti P, Bauer I, Igarashi M, Babagoli M, Marotta R, Piomelli D, Garau G (2014). “Structure of Human N-Acylphosphatidylethanolamine-Hydrolyzing Phospholipase D: Regulation of Fatty Acid Ethanolamide Biosynthesis by Bile Acids”. Structure. 23 (3): 598–604. doi:10.1016/j.str.2014.12.018. PMC 4351732. PMID 25684574.
  • σελ.317 Leung D, Saghatelian A, Simon GM, Cravatt BF (April 2006). “Inactivation of N-acyl phosphatidylethanolamine phospholipase D reveals multiple mechanisms for the biosynthesis of endocannabinoids”. Biochemistry. 45 (15): 4720–6. doi:10.1021/bi060163l. PMC 1538545. PMID 16605240.
  • σελ.332 Pazos MR, Núñez E, Benito C, Tolón RM, Romero J (June 2005). “Functional neuroanatomy of the endocannabinoid system”. Pharmacol. Biochem. Behav. 81 (2): 239–47. doi:10.1016/j.pbb.2005.01.030. PMID 15936805.
  • σελ.341 Yamaguchi T, Shoyama Y, Watanabe S, Yamamoto T (January 2001). “Behavioral suppression induced by cannabinoids is due to activation of the arachidonic acid cascade in rats”. Brain Res. 889 (1–2): 149–54. doi:10.1016/S0006-8993(00)03127-9. PMID 11166698.
  • σελ.347 Brock TG (December 2005). “Regulating leukotriene synthesis: the role of nuclear 5-lipoxygenase”. J. Cell. Biochem. 96 (6): 1203–11. doi:10.1002/jcb.20662. PMID 16215982.
  • σελ.356 Clapper JR, Mangieri RA, Piomelli D (2009). “The endocannabinoid system as a target for the treatment of cannabis dependence”. Neuropharmacology. 56 (Suppl 1): 235–43. doi:10.1016/j.neuropharm.2008.07.018. PMC 2647947. PMID 18691603.
  • σελ.374 Twitchell W, Brown S, Mackie K (1997). “Cannabinoids inhibit N- and P/Q-type calcium channels in cultured rat hippocampal neurons”. J. Neurophysiol. 78 (1): 43–50. PMID 9242259.
  • σελ.382 Guo J, Ikeda SR (2004). “Endocannabinoids modulate N-type calcium channels and G-protein-coupled inwardly rectifying potassium channels via CB1 cannabinoid receptors heterologously expressed in mammalian neurons”. Mol. Pharmacol. 65 (3): 665–74. doi:10.1124/mol.65.3.665. PMID 14978245.
  • σελ.392 Binzen U, Greffrath W, Hennessy S, Bausen M, Saaler-Reinhardt S, Treede RD (2006). “Co-expression of the voltage-gated potassium channel Kv1.4 with transient receptor potential channels (TRPV1 and TRPV2) and the cannabinoid receptor CB1 in rat dorsal root ganglion neurons”. Neuroscience. 142 (2): 527–39. doi:10.1016/j.neuroscience.2006.06.020. PMID 16889902.
  • σελ.405 Freund TF, Katona I, Piomelli D (2003). “Role of endogenous cannabinoids in synaptic signaling”. Physiol. Rev. 83 (3): 1017–66. doi:10.1152/physrev.00004.2003. PMID 12843414.
  • σελ.455 Chevaleyre V, Heifets BD, Kaeser PS, Südhof TC, Purpura DP, Castillo PE (2007). “ENDOCANNABINOID-MEDIATED LONG-TERM PLASTICITY REQUIRES cAMP/PKA SIGNALING AND RIM1α”. Neuron. 54 (5): 801–12. doi:10.1016/j.neuron.2007.05.020. PMC 2001295. PMID 17553427.
  • σελ.478 Bacci A, Huguenard JR, Prince DA (2004). “Long-lasting self-inhibition of neocortical interneurons mediated by endocannabinoids”. Nature. 431 (7006): 312–6. Bibcode:2004Natur.431..312B. doi:10.1038/nature02913. PMID 15372034.
  • σελ.483 Hampson RE, Deadwyler SA (1999). “Cannabinoids, hippocampal function and memory”. Life Sci. 65 (6–7): 715–23. doi:10.1016/S0024-3205(99)00294-5. PMID 10462072.
  • σελ.492 Pertwee RG (2001). “Cannabinoid receptors and pain”. Prog. Neurobiol. 63 (5): 569–611. doi:10.1016/S0301-0082(00)00031-9. PMID 11164622.
  • σελ.535 Jiang W, Zhang Y, Xiao L, Van Cleemput J, Ji SP, Bai G, Zhang X (2005). “Cannabinoids promote embryonic and adult hippocampus neurogenesis and produce anxiolytic- and antidepressant-like effects”. J. Clin. Invest. 115 (11): 3104–16. doi:10.1172/JCI25509. PMC 1253627. PMID 16224541.
  • σελ.548 Aguado T, Monory K, Palazuelos J, Stella N, Cravatt B, Lutz B, Marsicano G, Kokaia Z, Guzmán M, Galve-Roperh I (2005). “The endocannabinoid system drives neural progenitor proliferation”. FASEB J. 19 (12): 1704–6. doi:10.1096/fj.05-3995fje. PMID 16037095.
  • σελ.556 Christie BR, Cameron HA (2006). “Neurogenesis in the adult hippocampus”. Hippocampus. 16 (3): 199–207. doi:10.1002/hipo.20151. PMID 16411231.
  • σελ.565 Kirkham TC, Tucci SA (2006). “Endocannabinoids in appetite control and the treatment of obesity”. CNS Neurol Disord Drug Targets. 5 (3): 272–92. doi:10.2174/187152706777452272. PMID 16787229.
  • σελ.583 Di Marzo V, Sepe N, De Petrocellis L, Berger A, Crozier G, Fride E, Mechoulam R (December 1998). “Trick or treat from food endocannabinoids?”. Nature. 396 (6712): 636–7. Bibcode:1998Natur.396..636D. doi:10.1038/25267. PMID 9872309.
  • σελ.585 De Luca MA, Solinas M, Bimpisidis Z, Goldberg SR, Di Chiara G (July 2012). “Cannabinoid facilitation of behavioral and biochemical hedonic taste responses”. Neuropharmacology. 63 (1): 161–8. doi:10.1016/j.neuropharm.2011.10.018. PMC 3705914. PMID 22063718.
  • σελ.603 Yoshida R, et al. (January 2010). “Endocannabinoids selectively enhance sweet taste”. Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A. 107 (2): 935–9. Bibcode:2010PNAS..107..935Y. doi:10.1073/pnas.0912048107. JSTOR 40535875. PMC 2818929. PMID 20080779.
  • σελ.608 Bellocchio L, Cervino C, Pasquali R, Pagotto U (June 2008). “The endocannabinoid system and energy metabolism”. J. Neuroendocrinol. 20 (6): 850–7. doi:10.1111/j.1365-2826.2008.01728.x. PMID 18601709.
  • σελ.611 Hill MN, McLaughlin RJ, Bingham B, Shrestha L, Lee TT, Gray JM, Hillard CJ, Gorzalka BB, Viau V (May 2010). “Endogenous cannabinoid signaling is essential for stress adaptation”. Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A. 107 (20): 9406–11. Bibcode:2010PNAS..107.9406H. doi:10.1073/pnas.0914661107. PMC 2889099. PMID 20439721.
  • σελ.617 Häring M, Kaiser N, Monory K, Lutz B (2011). Burgess HA, ed. “Circuit specific functions of cannabinoid CB1 receptor in the balance of investigatory drive and exploration”. PLoS ONE. 6 (11): e26617. Bibcode:2011PLoSO...626617H. doi:10.1371/journal.pone.0026617. PMC 3206034. PMID 22069458.
  • σελ.627 Basu S, Ray A, Dittel BN (December 2011). “Cannabinoid receptor 2 is critical for the homing and retention of marginal zone B lineage cells and for efficient T-independent immune responses”. J. Immunol. 187 (11): 5720–32. doi:10.4049/jimmunol.1102195. PMC 3226756. PMID 22048769.
  • σελ.657 Baker D, Pryce G, Croxford JL, Brown P, Pertwee RG, Huffman JW, Layward L (2000). “Cannabinoids control spasticity and tremor in a multiple sclerosis model”. Nature. 404 (6773): 84–7. doi:10.1038/35003583. PMID 10716447.
  • σελ.661 Baker D, Pryce G, Croxford JL, Brown P, Pertwee RG, Makriyannis A, Khanolkar A, Layward L, Fezza F, Bisogno T, Di Marzo V (2001). “Endocannabinoids control spasticity in a multiple sclerosis model”. FASEB J. 15 (2): 300–2. doi:10.1096/fj.00-0399fje. PMID 11156943.
  • σελ.664 Cabranes A, Pryce G, Baker D, Fernández-Ruiz J (August 2006). “Changes in CB1 receptors in motor-related brain structures of chronic relapsing experimental allergic encephalomyelitis mice”. Brain Res. 1107 (1): 199–205. doi:10.1016/j.brainres.2006.06.001. PMID 16822488.
  • σελ.671 Carrier EJ, Kearn CS, Barkmeier AJ, Breese NM, Yang W, Nithipatikom K, Pfister SL, Campbell WB, Hillard CJ (April 2004). “Cultured rat microglial cells synthesize the endocannabinoid 2-arachidonylglycerol, which increases proliferation via a CB2 receptor-dependent mechanism”. Mol. Pharmacol. 65 (4): 999–1007. doi:10.1124/mol.65.4.999. PMID 15044630.
  • σελ.680 Maccarrone M, Valensise H, Bari M, Lazzarin N, Romanini C, Finazzi-Agrò A (2000). “Relation between decreased anandamide hydrolase concentrations in human lymphocytes and miscarriage”. Lancet. 355 (9212): 1326–9. doi:10.1016/S0140-6736(00)02115-2. PMID 10776746.
  • σελ.684 Das SK, Paria BC, Chakraborty I, Dey SK (1995). “Cannabinoid ligand-receptor signaling in the mouse uterus”. Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A. 92 (10): 4332–6. Bibcode:1995PNAS...92.4332D. doi:10.1073/pnas.92.10.4332. PMC 41938. PMID 7753807.
  • σελ.689 Paria BC, Das SK, Dey SK (1995). “The preimplantation mouse embryo is a target for cannabinoid ligand-receptor signaling”. Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A. 92 (21): 9460–4. Bibcode:1995PNAS...92.9460P. doi:10.1073/pnas.92.21.9460. PMC 40821. PMID 7568154.
  • σελ.694 Hesselink JM (2012). “New Targets in Pain, Non-Neuronal Cells, and the Role of Palmitoylethanolamide”. The Open Pain Journal. 5 (1): 12–23. doi:10.2174/1876386301205010012.
  • βιβλίο>>> Colloca, Luana (2013-08-28). Placebo and Pain: From Bench to Bedside (1st ed.). Elsevier Science. pp. 11–12. ISBN 9780123979315.
  • σελ.706 Ross RA (November 2003). “Anandamide and vanilloid TRPV1 receptors”. Br. J. Pharmacol. 140 (5): 790–801. doi:10.1038/sj.bjp.0705467. PMC 1574087. PMID 14517174.
  • σελ.718 Huang SM, Bisogno T, Trevisani M, Al-Hayani A, De Petrocellis L, Fezza F, Tognetto M, Petros TJ, Krey JF, Chu CJ, Miller JD, Davies SN, Geppetti P, Walker JM, Di Marzo V (June 2002). “An endogenous capsaicin-like substance with high potency at recombinant and native vanilloid VR1 receptors”. Proc. Natl. Acad. Sci. U.S.A. 99 (12): 8400–5. Bibcode:2002PNAS...99.8400H. doi:10.1073/pnas.122196999. PMC 123079. PMID 12060783.
  • σελ.724 Murillo-Rodríguez E, Sánchez-Alavez M, Navarro L, Martínez-González D, Drucker-Colín R, Prospéro-García O (November 1998). “Anandamide modulates sleep and memory in rats”. Brain Res. 812 (1–2): 270–4. doi:10.1016/S0006-8993(98)00969-X. PMID 9813364.
  • σελ.729 Santucci V, Storme JJ, Soubrié P, Le Fur G (1996). “Arousal-enhancing properties of the CB1 cannabinoid receptor antagonist SR 141716A in rats as assessed by electroencephalographic spectral and sleep-waking cycle analysis”. Life Sci. 58 (6): PL103–10. doi:10.1016/0024-3205(95)02319-4. PMID 8569415.
  • σελ.737 Wang L, Yang T, Qian W, Hou X (January 2011). “The role of endocannabinoids in visceral hyposensitivity induced by rapid eye movement sleep deprivation in rats: regional differences”. Int. J. Mol. Med. 27 (1): 119–26. doi:10.3892/ijmm.2010.547. PMID 21057766.
  • σελ.745 Murillo-Rodriguez E, Désarnaud F, Prospéro-García O (May 2006). “Diurnal variation of arachidonoylethanolamine, palmitoylethanolamide and oleoylethanolamide in the brain of the rat”. Life Sci. 79 (1): 30–7. doi:10.1016/j.lfs.2005.12.028. PMID 16434061.
  • σελ.753 Ravinet Trillou C, Delgorge C, Menet C, Arnone M, Soubrié P (2004). “CB1 cannabinoid receptor knockout in mice leads to leanness, resistance to diet-induced obesity and enhanced leptin sensitivity”. Int. J. Obes. Relat. Metab. Disord. 28 (4): 640–8. doi:10.1038/sj.ijo.0802583. PMID 14770190.
  • σελ.762 Varvel SA, Lichtman AH (2002). “Evaluation of CB1 receptor knockout mice in the Morris water maze”. J. Pharmacol. Exp. Ther. 301 (3): 915–24. doi:10.1124/jpet.301.3.915. PMID 12023519.
  • σελ.772 Niyuhire F, Varvel SA, Martin BR, Lichtman AH (2007). “Exposure to marijuana smoke impairs memory retrieval in mice”. J. Pharmacol. Exp. Ther. 322 (3): 1067–75. doi:10.1124/jpet.107.119594. PMID 17586723.
  • σελ.781 Parmentier R, Ohtsu H, Djebbara-Hannas Z, Valatx JL, Watanabe T, Lin JS (September 2002). “Anatomical, physiological, and pharmacological characteristics of histidine decarboxylase knockout mice: evidence for the role of brain histamine in behavioral and sleep-wake control”. J. Neurosci. 22 (17): 7695–711. PMID 12196593.
  • σελ.798 Marsicano G, Goodenough S, Monory K, Hermann H, Eder M, Cannich A, Azad SC, Cascio MG, Gutiérrez SO, van der Stelt M, López-Rodriguez ML, Casanova E, Schütz G, Zieglgänsberger W, Di Marzo V, Behl C, Lutz B (October 2003). “CB1 cannabinoid receptors and on-demand defense against excitotoxicity”. Science. 302 (5642): 84–8. Bibcode:2003Sci...302...84M. doi:10.1126/science.1088208. PMID 14526074.

Περαιτέρω ανάγνωση

  • σελ.804 Neumeister A, Normandin MD, Pietrzak RH, Piomelli D, Zheng MQ, Gujarro-Anton A, Potenza MN, Bailey CR, Lin SF, Najafzadeh S, Ropchan J, Henry S, Corsi-Travali S, Carson RE, Huang Y (2013). “Elevated brain cannabinoid CB1 receptor availability in post-traumatic stress disorder: A positron emission tomography study”. Molecular Psychiatry. 18 (9): 1034–40. doi:10.1038/mp.2013.61. PMC 3752332. PMID 23670490. Lay summary – ScienceDaily (May 14, 2013).
  • σελ.821 Földy C, Malenka RC, Südhof TC (May 2013). “Autism-associated neuroligin-3 mutations commonly disrupt tonic endocannabinoid signaling”. Neuron. 78 (3): 498–509. doi:10.1016/j.neuron.2013.02.036. PMC 3663050. PMID 23583622. Lay summary – ScienceDaily (April 11, 2013).
  • σελ.844 Puighermanal E, Marsicano G, Busquets-Garcia A, Lutz B, Maldonado R, Ozaita A (September 2009). “Cannabinoid modulation of hippocampal long-term memory is mediated by mTOR signaling”. Nat. Neurosci. 12 (9): 1152–8. doi:10.1038/nn.2369. PMID 19648913. Lay summary – ScienceDaily (August 4, 2009).
  • σελ.853 Niehaus JL, Liu Y, Wallis KT, Egertová M, Bhartur SG, Mukhopadhyay S, Shi S, He H, Selley DE, Howlett AC, Elphick MR, Lewis DL (December 2007). “CB1 cannabinoid receptor activity is modulated by the cannabinoid receptor interacting protein CRIP 1a”. Mol. Pharmacol. 72 (6): 1557–66. doi:10.1124/mol.107.039263. PMID 17895407. Lay summary – ScienceDaily (November 30, 2007).

Short URL

Επιμέλεια και κατασκευή ''Η γη των πιγκουίνων''

http://creativecommons.org/images/deed/by.png

Copyleft
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας διατίθεται με άδεια Creative Commons