“Αριστερή” διακυβέρνηση σε φιλελεύθερη “δημοκρατία”

Share μοιράστε

“Αριστερή” διακυβέρνηση σε φιλελεύθερη “δημοκρατία”

(τα εισαγωγικά περικλείουν φανταστικές έννοιες)

http://gdurl.com/CO2m

Το Σχέδιο “Β” του Βαρουφάκη, τα παράλληλα νομίσματα και το ευρώ

(Αναδημοσίευση με μετάφραση από: russeurope, “Varoufakis’ plan ‘B’, parallel currencies, and the Euro”, par Jacques Sapir, Directeur d’Etudes à l’EHESS-Paris, Directeur du CEMI-EHESS,20 octobre 2015)

Ο τελευταίος γύρος της ελληνικής κρίσης έχει επισημοποιήσει τις δυσάρεστες συμπεριφορές των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Έχει επίσης θέσει στο προσκήνιο το ζήτημα του ευρώ. Η Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση έχει μετατραπεί σε μέσο επιβολής της λιτότητας και του αποπληθωρισμού σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Οι άσχημες συνέπειες πηγαίνουν πέρα από την ευρωζώνη. Η κρίση έληξε προσωρινά με μια συμφωνία που επιβλήθηκε στην ελληνική κυβέρνηση. Αυτή θα έχει διαρκείς συνέπειες. Όμως, κατά τη διάρκεια αυτής της κρίσης προέκυψε η πιθανότητα ενός άλλου τρόπου. Αυτό που ονομάστηκε “σχέδιο Β” του Γιάνη Βαρουφάκη, ήταν μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα σύστημα παράλληλων πληρωμών και ενδεχομένως και ένα παράλληλο νόμισμα. Δεν προοριζόταν να είναι ένας σύντομος δρόμος για την Ελλάδα στο να επιστρέψει στη δραχμή, αλλά θα μπορούσε να ήταν και έτσι. Αλλά αυτό το “σχέδιο Β” έχει επίσης ένα άλλο νόημα. Δείχνει μια εναλλακτική λύση από τον μονόδρομο που είναι η ευρωζώνη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο έχει μια τέτοια επίδραση στην “αριστερά”.

Αυτό το έγγραφο θα εξετάσει τη διαδικασία αυτού του λεγόμενου “σχεδίου Β” και γιατί προέκυψε η ιδέα ενός “σχεδίου Β”, υπό το φως προηγούμενου πειράματος με παράλληλα νομίσματα. Σε αυτή τη διαδικασία θα στραφούμε σε μια πολύ παλιά συζήτηση: είναι το χρήμα μόνο ένα σύστημα πληρωμών ή είναι (και) κάτι άλλο; Είναι πολύ σημαντικό να κατανοήσουμε το ζήτημα των λεγόμενων “παράλληλων νομισμάτων” και των πιθανών επιπτώσεών τους. Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι η ακριβής κατάσταση του χρήματος είτε ως “κεντρικός” θεσμός του καπιταλισμού είτε, ακριβέστερα, ως μέρος ενός συνδέσμου θεσμών. Στη συνέχεια θα επιστρέψουμε στην ιδέα του “σχεδίου Β” και θα εξετάσουμε τις αντιδράσεις που προκάλεσε.

 

I. Γιατί προέκυψε η ιδέα ενός “σχεδίου Β” στην Ελλάδα;

Η ιδέα ενός “σχεδίου Β” για την Ελλάδα δεν γεννήθηκε μάταια. Δημιουργήθηκε από την κατά το μάλλον ή ήττον σαφή κατανόηση από τους ηγέτες του ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ των οποίων και ο Αλέξης Τσίπρας και ο Γιάνης Βαρουφάκης, για τον επερχόμενο αγώνα ενάντια στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα[1]. Ο Βαρουφάκης είχε προηγούμενη εξειδίκευση με τη θεωρία των παιγνίων[2] και τον οδήγησε να καταλάβει ότι πρέπει να δημιουργηθεί μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση εάν ήθελαν να έχουν επιτυχία με τις αρχικές προτάσεις της ελληνικής κυβέρνησης. Αλλά, ταυτόχρονα, για να οικοδομηθεί μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση με την τότε παρούσα κατάσταση, αυτό που ονομάζεται “σχέδιο Β”, θα μπορούσε να καταστήσει δυνατή τη μετάβαση προς αυτή τη νέα κατάσταση. Εδώ ήταν το κρίσιμο θέμα της στρατηγικής διαπραγμάτευσης της ελληνικής κυβέρνησης. Δεν υπάρχει αμφιβολία για τη δέσμευση του Τσίπρα και του Βαρουφάκη στο ευρωπαϊκό εγχείρημα. Ωστόσο, για να οικοδομηθεί μια εναλλακτική λύση, η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει την ελληνική θέση στη διαπραγματευτική διαδικασία, ήταν απαραίτητο να σκεφτούν σοβαρά τη διακοπή του ευρωπαϊκού σχεδίου. Καθώς οι εβδομάδες περνούσαν μετά τις μοιραίες εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, προέκυψε η απόκλιση μεταξύ των δύο ανδρών. Ο Τσίπρας δεσμεύτηκε για την προσήλωσή του στην Ευρώπη (και το ευρώ) και ο Βαρουφάκης κατανόησε όλο και πιο καθαρά ότι δεν θα υπήρχε δυνατό μέλλον για την Ελλάδα εάν παρέμενε στην Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση. Και οι δύο άνδρες ήθελαν πραγματικά να “αλλάξουν” την ευρωπαϊκή διαδικασία. Όμως ο Τσίπρας εξακολουθεί να έχει την άποψη ότι η υπάρχουσα δομή ήταν καλύτερη από το τίποτα.

Η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας

Η Ελλάδα έχει δεσμευτεί σε μια τριετή συμφωνία με το Συμβούλιο των Διοικητών του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) για τη στήριξη της σταθερότητας με τη μορφή δανείου. Σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 3 της συνθήκης για τον ESM, διευκρινίζονται λεπτομερώς οι προϋποθέσεις που διέπουν τη διευκόλυνση οικονομικής βοήθειας για την περίοδο 2015-2018. Αυτό σημαίνει ότι σε αντάλλαγμα για ένα δάνειο του ESM, το οποίο θα πηγαίνει ως επί το πλείστον για να πληρώνει το κεφάλαιο και τους τόκους του παρελθόντος χρέους, η Ελλάδα έπρεπε να συμφωνήσει με ένα νέο “μνημόνιο”, το τρίτο κατά σειρά, το οποίο θα σήμαινε περισσότερη λιτότητα και δεν θα άφηνε περιθώριο για ανάπτυξη[3]. Αυτή η συμφωνία διάσωσης επιβλήθηκε στην ελληνική κυβέρνηση κάτω από την απειλή εξόδου από το ευρώ και σαφώς επιστρέψαμε στην περίφημη έννοια της “περιορισμένης κυριαρχίας”, το λεγόμενο “δόγμα του Brezhnev” που εφαρμόστηκε για να συντρίψει την Εξέγερση της Πράγας τον Αύγουστο του 1968[4]. Αλλά είναι αμφίβολο αν θα καταφέρει να αποτρέψει τελικά το να βγει η Ελλάδα από την Ευρωζώνη[5].

Η συμφωνία στην οποία προέβη η Ελλάδα και οι πιστωτές της, μετά από μακρές διαπραγματεύσεις, είναι στην πραγματικότητα μια κακή συμφωνία και αυτή είναι και η γνώμη του πρώην υπουργού οικονομικών της Ελλάδας Γιάνη Βαρουφάκη[6]. Τα 85 δισεκατομμύρια που προβλέπει η συμφωνία αυτή είναι προς το παρόν ανεπαρκώς ανεπαρκή για να θεραπεύσουν την κατάσταση της Ελλάδας. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά. Για αυτό το κείμενο είναι το λογικό συμπέρασμα της δικτατορίας που επιβλήθηκε στην Ελλάδα στις 13 Ιουλίου 2015 από τους πιστωτές της. Και αυτή η δικτατορία δεν σχεδιάστηκε ποτέ με στόχο να φέρει πραγματική στήριξη στην Ελλάδα, ακόμη και με τίμημα τεράστιων θυσιών, αλλά αποκλειστικά και μόνο για να ταπεινώσει και να δυσφημίσει την κυβέρνησή της. Αυτή η δικτατορία είναι ο καρπός μιας πολιτικής εκδίκησης και είναι απλά χωρίς οικονομική λογική.

Έχουν διατυπωθεί αμφιβολίες σχετικά με αυτή τη συμφωνία. Έχει καταγγελθεί σε διάφορα άρθρα[7]. Θα αυξήσει τη λιτότητα σε μια χώρα όπου η οικονομία βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση από τότε που ξεκίνησαν οι ελιγμοί της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στις 26 Ιουνίου 2015. Το σοκ στην ελληνική οικονομία ήταν τεράστιο. Τα προσωρινά στοιχεία για τον Ιούλιο και τον Αύγουστο δείχνουν μαζική αρνητική επίπτωση στη βιομηχανική παραγωγή. Το ΔΝΤ προβλέπει ήδη έναν ακόμη γύρο ύφεσης για το έτος 2015, με πτώση του ΑΕΠ κατά -2,5% και άλλο έναν γύρο για το 2016. Και είναι σαφές ότι οι εκτιμήσεις αυτές είναι συντηρητικές. Η πραγματική αλήθεια μπορεί να είναι πολύ πιο ζοφερή. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο είναι σαφές ότι η αύξηση της φορολογικής εισφοράς σε μια οικονομία σε ύφεση είναι ασύλληπτη. Η αύξηση του ΦΠΑ είναι για να καταστρέψει ότι έμεινε από το δυναμικό παραγωγής. Θα έπρεπε, αντίθετα, να εισαχθούν μαζικά ρευστότητες στην οικονομία προκειμένου να ξεκινήσει η παραγωγή. Όλοι το γνωρίζουν αυτό[8], και η ελληνική κυβέρνηση καθώς και οι πιστωτές της. Ωστόσο, οι τελευταίοι εμμένουν στο σφάλμα τους.

Αυτό θέτει το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσε να αποφευχθεί μια τέτοια καταστροφή, καθώς το τελικό αποτέλεσμα δεν υπονομεύει μόνο την αειφορία της Ελλάδας, αλλά και τη βιωσιμότητα της ΕΕ, όπως πρόβλεψε ο Jörg Bibow[9]. Σε μεγάλο βαθμό η συζήτηση επικεντρώνεται στο λεγόμενο “μυστικό σχέδιο του Βαρουφάκη” και στην πιθανή εισαγωγή ενός παράλληλου νομίσματος στην Ελλάδα.

Επανα-ενθρόνιση της πολιτικής;

Οι ενέργειες του Βαρουφάκη πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο μιας κίνησης που ξεκίνησε από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015, οι οποίες φέρνουν στην εξουσία τον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα της “Ριζοσπαστικής Αριστεράς”. Ήταν μια κίνηση για να τεθεί ξανά πίσω η πολιτική στην εξουσία. Πολλοί άνθρωποι μπερδεύονται από τις τεχνικές του “σχεδίου Β”. Αλλά η ίδια η ιδέα ενός “σχεδίου Β” δεν ήταν ποτέ τεχνική. Ήταν πολιτική από την αρχή της. Ωστόσο, για να κατανοήσουμε την πραγματική φύση του λεγόμενου “σχεδίου Β” πρέπει να κατανοήσουμε πού αυτό βρίσκεται στον συνεχιζόμενο αγώνα μεταξύ πολιτικής και οικονομίας. Για να γίνει αυτό, υπονοούμε ως κάποιο βαθμό μια κίνηση προς την επανα-ενθρόνιση της πολιτικής (re-throning politics).

Αυτή η έκφραση προέρχεται από ένα δοκίμιο που γράφτηκε από τον R. Bellamy σχετικά με τη φιλελεύθερη Hayekian σκέψη και μια διαδικασία “Εκθρόνιση της Πολιτικής”[10] (ο όρος είναι dethroning politics που σημαίνει εκθρόνιση της πολιτικής από τον θρόνο της εξουσίας). Η βασική ιδέα στο βιβλίο του Bellamy ήταν ότι ένας αληθινός φιλελεύθερος θα ήθελε να αντικαταστήσει τις πολιτικές αποφάσεις με μια συμπεριφορά βασισμένη σε κανόνες. Ο Bellamy δείχνει επίσης τα όρια μιας τέτοιας σκέψης, και συγκεκριμένα εξηγεί τις αντιφάσεις στην σκέψη του ώριμου Hayek. Στην πραγματικότητα, η εκθρόνιση της πολιτικής υπονοεί την απόρριψη της δημοκρατίας. Αυτό που έχει σημασία είναι το γεγονός ότι αυτή η διαδικασία εκθρόνισης της πολιτικής στο πλαίσιο της λεγόμενης “φιλελεύθερης δημοκρατίας” έχει περιγραφεί αρκετά καλά από έναν ακροδεξιό συντάκτη στις αρχές του 1930: τον Carl Schmitt. Ο Carl Schmitt δεν είναι κάποιος που πρέπει να ακολουθείται σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά είναι επίσης ένας από τους ισχυρότερους στοχαστές της εποχής του πάνω στο συνταγματικό δικαίωμα[11].

Στο βιβλίο του “Legality and Legitimacy” (Νομιμότητα και Νομιμοφροσύνη), αναλύει προσεκτικά την έμφυτη αντίφαση αυτού που αποκαλεί “φιλελεύθερη δημοκρατία”[12]. Ένας από τους δρόμους επίθεσης είναι η πλήρης έλλειψη ρεαλισμού μέσα στη σκέψη της “φιλελεύθερης δημοκρατίας”[13]. Στη συνέχεια επικεντρώνεται στο γεγονός ότι μια εξουσία που καθιερώνεται μόνο μέσω της “νομιμότητας” ή του κράτους δικαίου, θα ωφεληθεί από αυτό που ονομάζεται “τεκμήριο πλειοψηφίας” και στη συνέχεια θα μετατραπεί σε τυραννία επειδή δεν διευκρινίζεται το ποιος θα μπορούσε να συζητήσει τις αρχές αυτού του κράτους δικαίου[14]. Συζητά επίσης εκτενώς την προτίμησή του να αντικατασταθεί η πολιτική απόφαση από κανόνες, είτε νόμιμους είτε τεχνικούς, οι οποίοι ενσωματώνονται στο σύγχρονο -δηλαδή στο μεταβιομηχανικής επανάστασης- σύστημα φιλελεύθερης δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα η “φιλελεύθερη δημοκρατία” με τη μείωση των αποφάσεών της στην ίδια την εφαρμογή των κανόνων και την έμφαση που δίνει στο κράτος δικαίου είναι το τέλος της Δεξιάς και θα οδηγήσει σε ένα ιδιαίτερο είδος τυραννίας[15]. Ένα ιδιαίτερο σημείο είναι ότι ο Schmitt υπογραμμίζει το ρόλο της ομοιογένειας σε αυτό που ονομάζει “δημοκρατία”, αλλά στην πραγματικότητα είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία: “Η δημοκρατία απαιτεί, συνεπώς, πρώτα την ομοιογένεια και δεύτερον -εάν προκύψει ανάγκη- την εξάλειψη ή απάλειψη της ετερογένειας”[16]. Αυτό το σημείο έχει συζητηθεί διεξοδικά από τον Chantal Mouffe[17].

Όμως, στο όνομα των προκαθορισμένων κανόνων και προτύπων, ο Jean-Claude Juncker, ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ένας από τους κύριους αντιπάλους της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, επιτέθηκε στην νεοεκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση. Ακόμη πιο σημαντικό, η εστίαση πάνω στην ομοιογένεια είναι χαρακτηριστικό της νεοκλασικής οικονομίας[18].

Κανόνες ή διακριτότητα; Ο δρόμος προς την πολιτογράφηση των οικονομικών

Η συζήτηση σχετικά με την πιθανή αντικατάσταση των κανόνων στην πολιτική απόφαση που έθεσε ο Carl Schmitt είναι φυσικά εξαιρετικά σημαντική τώρα. Στην πραγματικότητα, το Eurogroupe, ένας μη εκλεγμένος και νομικά ανύπαρκτος θεσμός, έχει επιβάλει τους κανόνες του ενάντια στην πολιτική απόφαση της κυρίαρχης Ελλάδας. Τα επιχειρήματα στη διαδικασία περιορίστηκαν ως επί το πλείστον στον “τεχνικό” τομέα και έχουν ως επί το πλείστον επικεντρωθεί στα βασικά οικονομικά. Αυτό δείχνει ένα είδος συμφωνίας μεταξύ του τι ο Schmitt ονομάζει “κοινοβουλευτική δημοκρατία” και του ίδιου του πνεύματος των κύριων οικονομικών. Στην πραγματικότητα μπορούμε να δούμε μια τεράστια λογοτεχνία που επικεντρώνεται σε νόρμες και κανόνες εναντίον της διακριτότητας, ξεκινώντας από το φημισμένο έγγραφο Kydland και Prescott [19]. Η συνάφεια των νορμών και των κανόνων έχει καταστεί ένα από τα πιο κεντρικά σημεία της μακροοικονομίας και ιδιαίτερα της νομισματικής οικονομίας[20]. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι για να είναι οι νόρμες και οι κανόνες ο μόνος τρόπος να ληφθεί μια απόφαση, αυτό θα σήμαινε έναν τέλειο πιθανοτικό κόσμο. Αυτή είναι, φυσικά, μία από τις υποθέσεις που γίνονται από τα κύρια οικονομικά και τα οικονομετρικά[21].

Αυτό οδήγησε σε μια “φυσικοποίηση” των οικονομικών[22]. Αυτή είναι μια διαδικασία που περιγράφει ως “φυσικά” τα πράγματα τα οποία δεν είναι και τα οποία συχνά είναι απλώς ένα μέτωπο για την προώθηση θέσεων βασισμένων σε συμφέροντα σε αυτό που θεωρείται ως ένας “μη αμφισβητήσιμος” τρόπος. Αυτή η πιθανοτική στροφή έχει κατοχυρωθεί στις κυρίαρχες οικονομίες από το διάσημο έγγραφο του Robert Lucas το 1976[23]. Σε μεγάλο βαθμό, αυτό ενσωματώθηκε εκτενώς στην τρέχουσα διακυβέρνηση των “σύγχρονων” φιλελεύθερων δημοκρατιών[24]. Σε αυτό, ωστόσο, υπήρξε έντονη αντίθεση[25], είτε στα οικονομικά, όπου οι συγγραφείς υπογράμμισαν τις διάφορες ελλείψεις του πιθανολογικού κόσμου[26], το πρόβλημα που εγείρει το ενδογενές χρήμα[27] ή στην πολιτική. Ένας τρόπος διοίκησης μόνο-με-κανόνες έχει προσβληθεί με βάση την εφαρμοσμένη ψυχολογία[28].

Ως αποτέλεσμα, ο ρόλος της διακριτής ευχέρειας είναι τώρα όλο και περισσότερο έντονος. Αλλά η διακριτή ευχέρεια δεν είναι απλά να είναι “νομιμόφρονη” ή να τρέχει στα επιχειρήματα του Schmitt. Η διακριτή ευχέρεια πρέπει να είναι νόμιμη. Η αύξηση του ζητήματος της νομιμότητας μας φέρνει πίσω στο ζήτημα της κυριαρχίας, όπως περιγράφεται τον XVIο αιώνα από τον Jean Bodin[29]. Η κυριαρχία δεν μπορεί να είναι τεχνικά περιορισμένη, ακόμη και αν υπάρχουν ορισμένοι τεχνικοί περιορισμοί σε οποιαδήποτε κυβερνητική δράση[30]. Κάποιος καταλαβαίνει ότι ακόμη και το πιο ισχυρό έθνος θα παρέμενε χωρίς τη δυνατότητα να σταματήσει έναν σεισμό ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό γεγονός. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι συνέπειες ενός τέτοιου γεγονότος δεν θα αντιμετωπίζονται με πολιτική απόφαση ή ότι η πιθανότητα μιας τέτοιας φυσικής καταστροφής δεν θα μπορούσε να γεννήσει μια πολιτική που να προσπαθεί να περιορίσει πιθανές ζημίες εάν και όποτε (ξανα)συμβεί αυτή η καταστροφή. Συνεπώς, η κυριαρχία δεν είναι τεχνικά περιορισμένη, καθώς η κυβέρνηση θα μπορούσε να αποφασίσει πριν και μετά τη φυσική καταστροφή. Αλλά το γεγονός ότι δεν μπορεί να υπάρξει τεχνικός περιορισμός της κυριαρχίας μας πηγαίνει παραπέρα. Η ίδια η επίδραση πολλών αποκαλούμενων “φυσικών” γεγονότων είναι προϊόν πολιτικής απόφασης που ελήφθη πολύ καιρό πριν και της ικανότητας ενός συγκεκριμένου έθνους να λάβει αυτές τις αποφάσεις. Η διαφορά μεταξύ των επιπτώσεων των τυφώνων στην Κούβα και στις γειτονικές της χώρες ήταν αποτέλεσμα διακριτικής ευχέρειας και όχι κανόνων κατά την εφαρμογή της λήψης αποφάσεων στην Κούβα[31].

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να βρούμε πολύ περισσότερα στο αποκαλούμενο “μυστικό σχέδιο” του Βαρουφάκη, απ’ ότι μια τεχνική προσπάθεια να παρακάμψουμε τις προβλεπόμενες ενέργειες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το σχέδιο του Βαρουφάκη ήταν στην πραγματικότητα, έστω και αν, ο ίδιος, δεν κατάλαβε πλήρως αυτό το ζήτημα, μια προσπάθεια να ανακτήσει την κυριαρχία της η Ελλάδα ενάντια στην τυραννία του Eurogroupe. Οπότε ήταν ένας πολιτικός αγώνας και όχι μόνο ένα τεχνικό ή οικονομικό ζήτημα. Η ίδια η έννοια του “σχεδίου Β” ήταν ο αγώνας για την ανάκτηση της κυριαρχίας. Αυτό ήταν το πραγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο σχεδιάστηκε αυτό το “σχέδιο Β”.

Το μυστικό σχέδιο του Βαρουφάκη

Ένας πιθανός τρόπος για να αποφευχθεί αυτό το αποτέλεσμα θα μπορούσε να ήταν να έχει αναπαραχθεί το φημισμένο Σχέδιο Β του Βαραφάκη, ένα σχέδιο που υπόκειται σε πολλή συζήτηση από τον περασμένο Ιούλιο. Το σχέδιο αυτό θα συνεπαγόταν τη δημιουργία ενός διπλού νομισματικού συστήματος κυκλοφορίας, με τη δημιουργία ενός παράλληλου νομίσματος. Η πρόθεση δεν ήταν σε καμία περίπτωση η ρητή έξοδος από το ευρώ (ή πιο συγκεκριμένα από την Ευρωπαϊκή Νομισματική Ένωση). Υπενθυμίζεται ότι ο Γιάνης Βαρουφάκης -και αυτό κάνει μεγάλη διαφορά με άλλους ριζοσπάστες οικονομολόγους όπως ο Κώστας Λαπαβίτσας[32]- είναι ένας αυστηρός υπερασπιστής του ευρώ. Ωστόσο, μια τέτοια έξοδος θα μπορούσε να είχε προβλεφθεί ανά πάσα στιγμή. Αλλά το “σχέδιο Β” ήταν αρκετά περίπλοκο και θα είχε προκαλέσει κάποιες σημαντικές αλλαγές στην κατάσταση. Σε αυτό το σημείο, είναι ενδιαφέρον να ρίξουμε μια ματιά στο τι εξηγεί ο Βαραφάκης και στο τι είπε κατά τη συζήτηση με το OMFIF (Official Monetary and Financial Institutions Forum) για αυτό το σχέδιο[33]: “Αυτό που σχεδιάσαμε να κάνουμε ήταν το εξής. Υπάρχει ο δικτυακός τόπος της φορολογικής υπηρεσίας, όπως και στη Βρετανία και παντού, όπου οι πολίτες -οι φορολογούμενοι που πηγαίνουν στον ιστότοπο- χρησιμοποιούν τον αριθμό του φορολογικού τους φακέλου (ΑΦΜ) και μεταφέρουν χρήματα από το τραπεζικό τους λογαριασμό στον αριθμό φορολογικού τους φακέλου. Έτσι ώστε να πραγματοποιούνται πληρωμές για τον ΦΠΑ, τον φόρο εισοδήματος, κοκ. Σχεδιάσαμε να δημιουργούμε, κρυφά, αποθεματικούς λογαριασμούς που να συνδέονται με κάθε αριθμό φορολογικού φακέλου χωρίς να το πούμε σε κανέναν, απλά για να λειτουργήσει αυτό το σύστημα κάτω από κάλυψη. Με το πάτημα ενός κουμπιού, θα μπορούσαμε να δώσουμε αριθμούς pin στους κατόχους αριθμών φορολογικού μητρώου (στους φορολογούμενους). Για παράδειγμα, πάρτε μια περίπτωση όπου το κράτος όφειλε ένα εκατομμύριο ευρώ σε κάποια φαρμακευτική εταιρεία για φάρμακα που αγοράστηκαν για λογαριασμό της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας, θα μπορούσαμε αμέσως να δημιουργήσουμε μια μεταφορά στον αποθεματικό λογαριασμό του αριθμού φορολογικού φακέλου της φαρμακευτικής εταιρείας και να τους παράσχουμε έναν αριθμό pin. Θα μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν ως ένα είδος μηχανισμού παράλληλων πληρωμών που θα μεταβιβάζει όποιο μέρος αυτών των ψηφιακών χρημάτων θέλουν σε οποιοδήποτε αριθμό φορολογικού φακέλου στον οποίο χρωστάνε χρήματα. Ή ακόμα-ακόμα να τον χρησιμοποιήσουν για να καταβάλουν τους φόρους τους στο κράτος”[34].

Είναι προφανές ότι το σύστημα (με ονομασία “Σχέδιο Β”) είχε σκοπό να μετριάσει την πίεση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στην Ελλάδα και συγκεκριμένα να επιλύσει την κρίση ρευστότητας που μηχανεύτηκε η ΕΚΤ μέσω του επιβληθέντος ελέγχου των κεφαλαίων (“capitals control”). Το σχέδιο αυτό που συνέταξε με τον Αλέξη Τσίπρα στις αρχές Δεκεμβρίου του 2014, δηλαδή πριν από την επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015, θεωρήθηκε κυρίως ως μια τεχνική απάντηση σε μια πιθανή δράση της ΕΚΤ. Οι πολιτικές συνέπειες φαίνεται ότι ήταν σε γενικές γραμμές σιωπηρές. Αλλά στην πραγματικότητα ήταν κάτι περισσότερο από αυτό. Η κύρια αποτυχία τόσο του Τσίπρα όσο και του Βαρουφάκη ήταν ότι δεν το κατάλαβαν αυτό. Η λιτότητα ήταν κάτι περισσότερο από μια λανθασμένη πολιτική. Η λιτότητα ήταν το αποτέλεσμα ενός συστήματος διακυβέρνησης βασισμένου σε μεγάλο βαθμό στο ευρώ[35]. Όταν αυτοί οι άνδρες άρχισαν να σχεδιάζουν μια πάλη ενάντια στην λιτότητα, θα έπρεπε να είχαν καταλάβει ότι ένας τέτοιος αγώνας θα τους έβαζε σε μια πορεία σύγκρουσης με το ευρώ.

Σχετικά με το ενδεχόμενο ότι το σχέδιο θα μπορούσε να οδηγήσει σε έξοδο της Ελλάδας από το Ευρώ, ο Βαρουφάκης πρόσθετε: “Αυτό θα είχε δημιουργήσει ένα παράλληλο τραπεζικό σύστημα καθώς οι τράπεζες θα έκλειναν ως συνέπεια της επιθετικής δράσης της ΕΚΤ, έτσι να μας δώσει κάποιο χώρο να αναπνέουμε”[36]. Σημειώστε ότι δεν ήταν τεχνικά ένα παράλληλο νόμισμα αλλά μόνο ένα παράλληλο τραπεζικό σύστημα. Ωστόσο, στην επόμενη παράγραφο, ο Βαρουφάκης παραδέχεται: “Και φυσικά αυτό θα μπορούσε να είναι σε ένα σύστημα ευρώ, αλλά άμεσα θα μπορούσε να γίνει και η μετατροπή του σε νέα δραχμή”.

Είναι πολύ σαφές ότι η ανάπτυξη ενός συστήματος παράλληλων πληρωμών δεν προοριζόταν ως ένα βήμα προς την έξοδο από την ΟΝΕ, αλλά θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο βραχυπρόθεσμα (αν χρειαζόταν). Αλλά για να είναι έτοιμοι να κάνουν κάτι τέτοιο, στην ελληνική κυβέρνηση και ιδιαίτερα ο Αλέξης Τσίπρας, θα είχαν καταλάβει το τι διακυβευόταν από την αρχή, τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την Ευρωζώνη. Το ότι δεν το είχαν καταλάβει, αποτελεί πλέον ιστορία. Ωστόσο, αυτό βεβαίως εγείρει όλο αυτό το θέμα των παράλληλων νομισμάτων και την πιθανή επιλογή ενός “Grexit”.

 

ΙΙ. Τι διακυβεύεται με τα παράλληλα νομίσματα;

Η ιδέα του Βαρουφάκη είναι η πρώτη που βλέπουμε στο πλαίσιο της παλιάς και μακράς συζήτησης για τα χρήματα. Είναι τα χρήματα απλά ένα “σύστημα πληρωμών” ή είναι κάτι περισσότερο από αυτό; Οι κύριοι οικονομολόγοι εξήγησαν, σε μεγάλο βαθμό, τα χρήματα ως βελτίωση όσον αφορά την ανταλλαγή, κυρίως για λόγους κόστους των συναλλαγών[37]. Αυτό επεκτάθηκε στην ανάπτυξη του “πιστωτικού χρήματος” και στην επέκταση του τραπεζικού συστήματος[38]. Αυτό προφανώς παραβλέπει το γεγονός ότι με την ανάπτυξη του “πιστωτικού χρήματος” και την εμφάνιση του καπιταλισμού, τα χρήματα αλλάζουν τη φύση τους[39]. Η διάκριση ανάμεσα σε αυτό που παραδοσιακά ονομάζονταν “χρήμα” και στα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία κατέστη θολή[40]. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα χρήματα δεν είναι ένα σύστημα συναλλαγών, αλλά δείχνει ότι η σχέση μεταξύ παραγωγής και χρήματος έχει αλλάξει ανά τους αιώνες με τη βραδεία υποκατάσταση των ειδών με χαρτονομίσματα και με την ανάπτυξη των πιστώσεων. Στην πραγματικότητα, τα χρέη κατέχουν κεντρική θέση στις σημερινές οικονομίες. Ακολούθως, εάν ένα παράλληλο νόμισμα πρόκειται να επιτύχει, πρέπει να αντιμετωπίσει την πρόκληση του να λάβει θέση στη διαδικασία της έκδοσης χρέους. Εάν ένα “νόμισμα” περιορίζεται στις τρέχουσες συναλλαγές, δεν είναι ένα πλήρες νόμισμα. Αλλά, για να περάσει την δοκιμασία έκδοσης χρεών, ένα “νόμισμα” πρέπει να υποστηριχθεί από συγκεκριμένους θεσμούς χωρίς τους οποίους δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει κανονικά. Αυτό δείχνει ότι τα χρήματα δεν είναι Ο κεντρικός θεσμός μιας καπιταλιστικής οικονομίας[41], αλλά μέρος ενός συνδέσμου θεσμών[42]. Ένα σημαντικό μέρος είναι τα ιδρύματα που δημιουργούν εμπιστοσύνη, χωρίς την οποία δεν υπάρχει νόμισμα.

Παράλληλα νομίσματα

Η ιδέα των πιθανών παράλληλων νομισμάτων έχει τεθεί ως εργαλείο για την επίλυση του προβλήματος της παραμονής της Ελλάδας στην Ευρωζώνη και για τη διαχείριση ενός ενδεχόμενου ρήγματος με την Ευρωζώνη[43]. Αλλά τα παράλληλα νομίσματα έχουν μακρά ιστορία στα οικονομικά. Σε ιστορικές εποχές, τέτοια νομίσματα (κέρματα) που εκδόθηκαν από διάφορες χώρες κυκλοφόρησαν ελεύθερα. Το θέμα τέθηκε ως κάτι το συγκεκριμένο όταν εισήχθησαν τα χαρτονομίσματα[44]. Τα πειράματα με παράλληλα νομίσματα δεν ήταν άφθονα στον ΧΧο αιώνα, αλλά αξίζει να εξεταστούν. Σημαντικό σημείο εδώ είναι το γεγονός ότι από θεωρητική άποψη θα ήταν σημαντικό να ξεχωρίσουμε αυστηρά την προσπάθεια δημιουργίας συστημάτων παράλληλης πληρωμής και της πραγματικής προσπάθειας για τη δημιουργία παράλληλων νομισμάτων. Αλλά, στην πραγματικότητα, και τα δύο σύντομα γίνονται θολά.

Ένα καλά γνωστό και αρκετά δημοσιευμένο πείραμα στη δημιουργία παράλληλου νομίσματος ήταν το επονομαζόμενο “Dated Stamp Script”, το οποίο κυκλοφόρησε ταυτόχρονα με τα καναδικά δολάρια, στην καναδική επαρχία Alberta το 1936-1937[45]. Η προσπάθεια αυτή κατέληξε σε αποτυχία και το μεγαλύτερο μέρος των χαρτιών σταμάτησε να παραμένει σε κυκλοφορία. Όμως, είναι ενδιαφέρον να εξετάσουμε το γιατί τα οικονομικά προβλήματα στην Αλμπέρτα αντικατοπτρίζουν κατά κάποιο τρόπο το τι συμβαίνει στην Ελλάδα. Η Αλμπέρτα είχε πληγεί από επτά χρόνια ύφεσης που συνδέονταν με τις χαμηλές τιμές των αγροκτημάτων και τις κακές αποδόσεις των καλλιεργειών μετά την κρίση του 1929. Η ανεργία ήταν αρκετά υψηλή μέχρι το 1935. Η νέα κυβέρνηση που εκλέχθηκε στις επαρχιακές εκλογές δεν ήταν έτοιμη να εφαρμόσει μια πραγματικά ριζική μεταρρύθμιση. Αποφάσισε τότε να εφαρμόσει ένα σύστημα με “στάμπες” (stamps) για την πληρωμή δημόσιων έργων που πραγματοποιούνταν από ανέργους, με καθυστέρηση εξαγοράς τους τα δύο έτη. Όμως, μέχρι το τέλος του 1936, προσέφερε τη δυνατότητα στους Albertans να εξαργυρώσουν τα πιστοποιητικά τους σε καναδικά δολάρια και οι περισσότεροι άνθρωποι επέλεξαν να το πράξουν[46]. Αυτό αποδεικνύει ότι η εμπιστοσύνη σε αυτό το σύστημα παράλληλης πληρωμής ήταν αρκετά χαμηλή. Ο κύριος λόγος ήταν ότι οι περισσότερες τράπεζες αρνήθηκαν να λάβουν μέρος σε αυτό το σύστημα. Ο Irving Fisher προέβλεψε την εξέλιξη αυτή σε ένα βιβλίο που έγραψε το 1933 σχετικά με το σύστημα των stamps[47]. Στην πραγματικότητα αντιμετωπίζαμε ένα ειδικό είδος του νόμου του Gresham[48]. Δεν ήταν πια περίπτωση “κακού χρήματος” που έριχνε το καλό. Ο ίδιος ο Coe συνέχισε να γράφει: “Τα κακά χρήματα προφανώς δεν εξαλείφουν τα καλά χρήματα όταν η κυβέρνηση είναι πρόθυμη να εξαργυρώσει τα κακά χρήματα με καλά χρήματα”[49].

Αυτό το σημείο είναι σημαντικό. Καθώς οι “stamps” ήταν πράγματι εγγυημένες από την επαρχιακή κυβέρνηση, οι οικονομικοί παράγοντες δεν είχαν αμφιβολίες ότι θα μπορούσαν να μετατραπούν γρήγορα σε καναδικά δολάρια και χωρίς κόστος. Δεν υπήρχε τότε καμία διαφορά στη χρήση των καναδικών δολαρίων ή των “stamps” ως προσωρινή εξοικονόμηση.

Ένα άλλο πείραμα με παράλληλο νόμισμα πραγματοποιήθηκε στη Σοβιετική Ρωσία όταν η κυβέρνηση εισήγαγε το Τσερβονέτς (Tchervonetz). Η νομισματική μεταρρύθμιση που έγινε στην αρχή της NEP (New Economic Policy)[50] είναι πολύ ενδιαφέρουσα[51]. Το 1922 η σοβιετική κυβέρνηση εισήγαγε ένα παράλληλο νόμισμα, το οποίο ονομάζονταν “Tchervonetz”, το οποίο δεν ήταν (κατά πρώτον) ένα νόμιμο νόμισμα, αλλά μπορούσε να διατεθεί ελεύθερα έναντι του ρουβλίου και του SovZnak. Η εισαγωγή του παράλληλου Tchervonetz στο “Sovznak”[52] ήταν μια προσπάθεια να θεραπευτεί η τεράστια κρίση υπερπληθωρισμού στο τέλος του εμφυλίου πολέμου. Λειτούργησε, αλλά σταδιακά εξαφάνισε το “Sovznak” και το Tchervonetz ονομάστηκε ρούβλι[53].

Η ιδέα του παράλληλου νομίσματος εφαρμόστηκε σε διάφορες χρονικές περιπτώσεις μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά ουσιαστικά ήταν ως μια πιθανή λύση είτε για τον υπερπληθωρισμό είτε για την δολαριοποίηση στις αναδυόμενες οικονομίες[54]. Οι λόγοι για την ανάπτυξη παράλληλων αγορών συναλλάγματος κυμαίνονται από την ξαφνική εισροή εμβασμάτων των εργαζομένων[55] έως την ανάπτυξη της διακίνησης ναρκωτικών[56]. Μια τέτοια εξέλιξη συχνά θολώνει τη διαφορά μεταξύ νόμιμου και παράνομου και οδηγεί σε τεράστιο κατακερματισμό της κυκλοφορίας των κεφαλαίων[57]. Παρεμπιπτόντως, όλα τα γνωστά παραδείγματα υπογραμμίζουν ότι η ανάπτυξη παράλληλων αγορών συναλλάγματος είναι μια ιδιαίτερα ασταθής κατάσταση.

Το ρωσικό επεισόδιο αποχρηματικοποίησης της περιόδου 1993-1998 και τα μαθήματά του για την Ελλάδα

Πριν από τη συντριβή του 1998, η ρωσική οικονομική κατάσταση χαρακτηρίστηκε από μια σειρά σημαντικών χαρακτηριστικών που υποδεικνύουν μια τάση προς ένα είδος επιστροφής σε μια εμπορική οικονομία[58]. Αυτό δημιούργησε πολλές θερμές συζητήσεις. Το σημαντικό σημείο ήταν πρώτα οι λόγοι για την ανάπτυξη της διαδικασίας αποχρηματικοποιήσης από το 1993 έως το 1998[59]. Αυτή η διαδικασία προέκυψε από την ανάπτυξη όχι μόνο της ανταλλαγής (Barter) αλλά και των “παράλληλων νομισμάτων”. Σημαντικό στοιχείο ήταν και ο αντίκτυπός τους στη ρωσική οικονομία. Στην πραγματικότητα την έκαναν ιδιαίτερα ευάλωτη στην κατάρρευση. Αυτή η αποχρηματικοποίηση ήταν μια διαδικασία δημιουργίας ενός εναλλακτικού συστήματος πληρωμών[60] και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μιας πραγματικής προσπάθειας δημιουργίας παράλληλων νομισμάτων που οδηγούσαν σε πραγματικό κατακερματισμό του ρωσικού νομισματικού χώρου[61]. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή η διαδικασία ήταν επίσης αποτέλεσμα ενός μη λειτουργικού προϋπολογισμού και ενός φορολογικού φεντεραλισμού στη Ρωσία[62].

Πρώτα, μεγάλο μέρος των οικονομικών συναλλαγών διεξήχθη με ανταλλαγή -κατά τις περισσότερες εκτιμήσεις, τουλάχιστον κατά 50% έως τον Μάιο του 1998[63]. Αλλά και ένα σημαντικό μέρος διεξήχθη σε Veksels (συναλλαγματικές ή ομολογίες), το οποίο ήταν θεωρητικά ένα πιστωτικό μέσο μεταξύ δύο πρακτόρων χωρίς τη δυνατότητα μετατροπής του μέσου σε χρήμα. Αυτό μπορεί να φανεί από τον ακόλουθο πίνακα δεδομένων που συνέταξε ένας Ρώσος μελετητής. Αυτό που είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό στον ακόλουθο πίνακα είναι η αύξηση του εμπορίου σε μια εποχή που ο πληθωρισμός (στο τέλος των πληθωριστικών προσδοκιών) μειώθηκε πολύ.

Πίνακας Ι

Μερίδιο του εμπορίου ανταλλαγής και της χρησιμοποίησης Veksel στο ενδοεπιχειρησιακό εμπόριο στη Ρωσία από το 1993 έως το 1997 σε %

 

Μερίδιο Barter το

1993

Μερίδιο Barter το

1997

Μερίδιο εμπορίου

με Veksels το 1997

Χημικά


21

52

14

Επεξεργασία μετάλλων


14

46

8 / 5

Μηχανικές κατασκευές


12

41

10

Ξύλο και χαρτί


12

46

8

Κατασκευαστικά υλικά


11

59

13

Καύσιμο


19

33

26

Υφάσματα και ρούχα


8

42

9

Επεξεργασία τροφίμων


6

25

5

Παραγωγή ενέργειας


4

46

-
 

Πηγή: Rozanova Μ., (1998), “Al’ternativnye formy finansovyh rascetov mezhdu predprijatijami”, in Problemy Prognozirovanija, n° 6, p. 96-103, p. 98.
Σημείωση: Στη στήλη Veksel για το 1997, ο πρώτος αριθμός στην γραμμή Επεξεργασία μετάλλων είναι για το σίδηρο και τα σιδηρούχα μέταλλα και ο δεύτερος αριθμός για τα μη σιδηρούχα μέταλλα.

Στην πραγματικότητα, αν προσθέσουμε την ανταλλαγή και τα Veksels, το 60% έως 70% του δια-εταιρικού εμπορίου γινόταν εκτός ρουβλιού[64]. Πρέπει να προστεθεί και το ότι οι επιχειρήσεις δεν ήταν οι μόνες που μπορούσαν να αποτανθούν στην έκδοση Veksels. Ορισμένες περιφερειακές διοικήσεις το έπραξαν για να πληρώσουν τους περιφερειακούς δημοσίους υπαλλήλους. Και, αυτά τα “περιφερειακά” Veksels μπορούσαν να μετατραπούν σε ρούβλια. Τελικά, ίσως ακόμα και το 25% των συναλλαγών να διεξήχθη σε Veksels, μερικά από τα οποία εκδίδονταν από τις περιφερειακές αρχές και δεν ήταν παρά υποκατάστατα νομίσματα ή ακόμη και περιφερειακά νομίσματα. Στη συνέχεια, τα όρια μεταξύ του τι θα μπορούσε να είναι ένα εναλλακτικό σύστημα πληρωμών και ένα πραγματικό παράλληλο νόμισμα έγιναν θολά. Στην πραγματικότητα, χρησιμοποιώντας τα επίσημα στοιχεία εισοδήματος και αποταμίευσης, διαπιστώσαμε ότι η χρήση του ρουβλιού μειώθηκε σταθερά σε ορισμένες περιοχές. Η διπλή χρήση του Barter και του Veksels οδήγησε σε μια τεράστια εκστρατεία αποχρηματικοποίησης ενός τμήματος της Ρωσίας.

Είναι επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι η αποχρηματικοποίηση αυξήθηκε ταυτόχρονα με τη μείωση του πληθωρισμού. Έτσι, η ανταλλαγή δεν ήταν αντίδραση σε φόβους για την απώλεια αξίας του εθνικού νομίσματος. Αντίθετα, δημιουργήθηκε από τους φόβους της απομόνωσης στις συναλλακτικές σχέσεις[65], που προκλήθηκε από την έλλειψη ρευστότητας που ευνόησε τους παίκτες που είχαν στην διάθεση τους ρευστό χρήμα σε οποιαδήποτε συναλλαγή. Αυτό έχει σημαντικές και συγκεκριμένες συνέπειες αν κοιτάξουμε την Ελλάδα σήμερα. Προφανώς η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει και έχει αντιμετωπίσει από το τέλος Ιουνίου μια σημαντική έλλειψη ρευστότητας. Πρέπει να δούμε σε ποιο βαθμό αυτό θα οδηγούσε στην αυθόρμητη δημιουργία συστημάτων παράλληλων πληρωμών όπως στη Ρωσία του 1993-1998. Πρέπει όμως να διαπιστωθεί σε ποιο βαθμό τα συστήματα αυτά, εάν δημιουργηθούν, θα οδηγήσουν σε μαζική φοροδιαφυγή και θα προκαλέσουν μια διαδικασία οικονομικού και, στη συνέχεια, πολιτικού κατακερματισμού, όπως αυτή που έλαβε χώρα στη Ρωσία πριν από την συντριβή του 1998. Έτσι, η μακροοικονομική πολιτική που στοχεύει στην καταπολέμηση του πληθωρισμού κατέστρεψε τα χρήματα ως θεσμό στη Ρωσία.

Η ταχεία μείωση της ανταλλαγής μετά τη συντριβή του 1998 είναι επίσης αξιοσημείωτη. Το εμπόριο Barter μειώθηκε στο 26% το Σεπτέμβριο του 2000 και η χρήση των Veksels υποχώρησε επίσης. Αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό προϊόν δύο σημαντικών αλλαγών. Πρώτον, ακολουθώντας την διαδικασία της κρατικής ανασυγκρότησης που ξεκίνησε ο τότε Πρωθυπουργός Evguenny Primakov, οι συναλλακτικές πράξεις επιβλήθηκαν όλο και πιο αποτελεσματικά και η εμπιστοσύνη μεταξύ των οικονομικών παραγόντων επέστρεψε σταδιακά[66]. Δεύτερον, η ρευστότητα αυξήθηκε στη Ρωσία, εν μέρει επειδή η πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας ήταν λιγότερο αυστηρά άκαμπτη πριν από τη συντριβή και εν μέρει επειδή η οικονομική ανάκαμψη που σημείωσε η Ρωσία μετά τη συντριβή συνεπαγόταν περισσότερα κέρδη και βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των επιχειρήσεων[67].

Υπάρχουν σημαντικά διδάγματα από αυτά τα γεγονότα στη Ρωσία και για την Ελλάδα. Το πρώτο είναι η αξία της σχέσης μεταξύ των ροών ρευστότητας και της θεσμικής σταθερότητας και της σταθερότητας των νομισματικών σχέσεων. Ένα δεύτερο σημαντικό μάθημα είναι ότι οι πολιτικές “λιτότητας” όταν υλοποιούνται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική κατάσταση, όταν οδηγούν σε μια κρίσιμη έλλειψη ρευστότητας, θα μπορούσαν να δημιουργήσουν το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που επιδιώκουν[68]. Ο κύριος λόγος είναι ότι η έλλειψη ρευστότητας θα μπορούσε να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη ζημιά από ότι η αφερεγγυότητα και ότι η φερεγγυότητα δεν αποτελεί εγγύηση ότι θα υπάρξει ρευστότητα. Η αύξηση της συναλλαγής επί ανταλλάγματος (Barter) στην Ελλάδα είναι απλώς μια απόδειξη ότι η έλλειψη ρευστότητας θα μπορούσε να προκαλέσει απαξίωση και ότι, χωρίς θεσμική σταθερότητα, οι νομισματικές συναλλαγές θα μπορούσαν να γίνουν όλο και πιο δύσκολες[69].

Η περίπτωση της Ελλάδας

Η ιδέα των παράλληλων νομισμάτων επανήλθε στο προσκήνιο στο πλαίσιο της κρίσης του δημόσιου χρέους στην Ευρωζώνη[70]. Δύο θέματα ήταν πράγματι αναμεμειγμένα. Το πρώτο ήταν για το πώς να αποφευχθεί η επώδυνη και όχι πολύ αποτελεσματική εσωτερική υποτίμηση. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα παράλληλα νομίσματα προτάθηκαν ως επί το πλείστον στις “νότιες” χώρες της Ευρωζώνης[71]. Ακολούθησε όμως ένα δεύτερο ζήτημα: θα μπορούσε το ευρώ να μετατραπεί σε ένα είδος συμπληρωματικού νομίσματος, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο με τις χώρες εκτός Ευρωζώνης; Στη συνέχεια, κάθε χώρα θα ανακτούσε το δικό της νόμισμα για το εσωτερικό εμπόριο και το δια-ζωνικό εμπόριο και θα χρησιμοποιούσε το ευρώ μόνο για εμπορικές συναλλαγές (σε εμπορεύματα και χρηματοοικονομική λειτουργία) με χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ.

Στην πραγματικότητα το πρώτο ζήτημα έχει συγκεντρώσει την μεγαλύτερη προσοχή. Ένας μεγάλος αριθμός συγγραφέων που εξετάζουν την πρόταση παράλληλου νομίσματος εστιάζουν στην πραγματικότητα σε έναν μηχανισμό που θα διευκολύνει την οικονομική ανάκαμψη στις χώρες που έχουν πληγεί από κρίσεις. Η εισαγωγή παράλληλων νομισμάτων θεωρείται ότι μπορεί να ενισχύσει την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα και να μειώσει την εξάρτηση από τις εισαγωγές. Στη συνέχεια αναμένεται ότι, σε αντάλλαγμα, τα παράλληλα νομίσματα θα αυξήσουν τις εξαγωγικές επιδόσεις και την ανταγωνιστικότητα αυτών των χωρών[72]. Ορισμένοι συγγραφείς βλέπουν επίσης την εισαγωγή παράλληλων νομισμάτων ως μέσο για να επιτρέψουν στα θιγόμενα κράτη να μειώσουν τα επίπεδα επιτοκίων για δάνεια και επενδύσεις και να αυξήσουν συστηματικά τα χρήματα που βρίσκονται σε κυκλοφορία τόσο για τα κρατικά χρέη όσο και για τον ιδιωτικό τομέα[73]. Περίπου το ένα τρίτο αυτών, βλέπει το παράλληλο νόμισμα ως τρόπο δημιουργίας ελεύθερων μη χρησιμοποιημένων ικανοτήτων[74]. Μια σημαντική άποψη είναι ότι, λόγω των εξαιρετικά διαφορετικών οικονομικών καταστάσεων στα ευρωπαϊκά κράτη μέλη, τα παράλληλα νομίσματα μπορεί να αποτελούν εργαλείο οικονομικής αυτοβοήθειας και μέσο ενίσχυσης της οικονομικής ανάκαμψης[75]. Ωστόσο, αυτό σημαίνει σιωπηρά ότι για μεγάλο αριθμό οικονομολόγων δεν υπάρχει ελπίδα για οικονομική ανάκαμψη στο πλαίσιο του σημερινού ευρωσυστήματος.

Ωστόσο, η ιδέα του παράλληλου νομίσματος θέτει το ζήτημα του τρόπου και του ποιος πρόκειται να το εισάγει. Μια πιθανότητα είναι βεβαίως ότι το παράλληλο νόμισμα εισάγεται μέσω των συνήθων διαύλων του τραπεζικού συστήματος δύο επιπέδων. Αλλά αυτό σημαίνει ότι το τραπεζικό σύστημα είτε θα συμφωνούσε με μια τέτοια ιδέα είτε θα μπορούσε να εξαναγκαστεί να το εφαρμόσει. Η άλλη πιθανότητα είναι ότι το ίδιο το κράτος θα διαδραματίσει τον ρόλο τραπεζίτη και θα ενεργήσει ως εκδότης. Στη μεγάλη πλειοψηφία των σχεδίων βλέπουμε μια διαδικασία για την κυκλοφορία του παράλληλου νομίσματος με βάση τα δάνεια. Αυτό συνέβη με το Σχέδιο Β του Βαρουφάκη και τα δάνεια αυτά θα ήταν, τουλάχιστον στην αρχή, εκφρασμένα σε Ευρώ.

Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το κράτος θα είναι ο εκδότης, όπως στο προτεινόμενο IOU (I Owe You) στην Ελλάδα. Ωστόσο, το ζήτημα του ρόλου που θα διαδραματίσει το τραπεζικό σύστημα θα εξακολουθεί να εκκρεμεί. Στην πραγματικότητα στο Σχέδιο Β του Βαρουφάκη, το κράτος θα έπαιζε τον κύριο ρόλο επειδή το ελληνικό τραπεζικό σύστημα απενεργοποιήθηκε από πράξεις της ΕΚΤ. Η λογική λύση θα ήταν η διαταγή “απαίτησης” (στο πλαίσιο μιας επείγουσας κατάστασης) προκειμένου να εξασφαλιστεί ο έλεγχος της Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδος και των περισσότερων εμπορικών τραπεζών. Ωστόσο, από την αρχή ήταν ξεκάθαρο ότι μια τέτοια κίνηση ήταν το ισοδύναμο μιας δήλωσης πολέμου κατά της ΕΚΤ.

Το σύνολο του συστήματος IOU προβλέφθηκε τότε χωρίς περιορισμούς, ούτε στις εμπορικές τράπεζες, ούτε στην Κεντρική Τράπεζα. Αλλά, ένα τέτοιο σύστημα είναι σαφώς απλώς μια στάση. Ο κύριος ρόλος του είναι να επιτρέψει στους οικονομικούς φορείς να εργαστούν για μερικές εβδομάδες, αλλά δεν θα ήταν ένα βιώσιμο σύστημα. Όπως σημειώθηκε παραπάνω, ο Βαρουφάκης αναγνώριζε ότι το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι μια γρήγορη ελληνική έξοδος από την Ευρωζώνη. Ο κύριος λόγος είναι ότι θα εφαρμοζόταν ένα παράλληλο νομισματικό σύστημα που θα σήμαινε κάποια μορφή κρατικού ελέγχου στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Ωστόσο, ο έλεγχος αυτός δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς να περιορίσει την ΕΚΤ (και αυτό ήταν μέρος του σχεδίου) και να την στερήσει από την εξουσία της στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Στη συνέχεια, η ΕΚΤ πιθανότατα θα αντιδρούσε αποκαλώντας την κυκλοφορία του ευρώ στην Ελλάδα ως “ψευδές χρήμα” και να μείωνε όλες τις συναλλαγές (λογαριασμοί Target-2) με την Ελλάδα. Η μόνη πιθανή λύση στη συνέχεια θα έπρεπε να είναι η μετονομασία του νομίσματος σε “δραχμή” για να παρακαμφθεί η δράση της ΕΚΤ.

Για όλα τα φερόμενα συμφέροντά του, ένα παράλληλο νομισματικό σύστημα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το τραπεζικό σύστημα και είναι εξαιρετικά ασταθές, αλλά αν υποστηριχθεί από μια ισχυρή κυβέρνηση, θα καταστήσει το “δεύτερο νόμισμα” ως πρώτο σε μια δεδομένη στιγμή. Αυτό είναι ένα μάθημα που θα μπορούσαμε να αντλήσουμε από την Αλμπέρτα. Ίσως το παράλληλο νόμισμα θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην Ελλάδα με την έγκριση της ΕΚΤ, αλλά σίγουρα όχι ενάντια στη θέλησή της. Στη συνέχεια, το μόνο πλεονέκτημα του παράλληλου νομίσματος για μια χώρα όπως η Ελλάδα θα ήταν να επιτρέψει μια έξοδο της από την ΟΝΕ με αρκετά ομαλό τρόπο. Αλλά αυτό ήταν ένα σημείο όπου συγκρούστηκαν οι απόψεις στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και ακόμη και ο Βαρουφάκης δεν ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει αυτή την πραγματικότητα, τουλάχιστον μέχρι το τέλος Ιουνίου του 2015. Ένας από τους πλησιέστερους συνεργάτες του Βαρουφάκη παραδέχεται ότι έχει αλλάξει γνώμη για το λεγόμενο “Grexit” και τώρα το προτιμά[76]. Υπάρχει λοιπόν κάποια αλήθεια στο γεγονός ότι ο σχεδιασμός ενός εναλλακτικού συστήματος πληρωμών σε μια χώρα που αντιμετωπίζει τεράστιες οικονομικές δυσκολίες όπως η Ελλάδα, θα μπορούσε να γεννήσει μια αλλαγή νομίσματος.


III. Σχέδιο Β, οι συνέπειες και το μετά

Το “σχέδιο Β” που σχεδίασε ο Γιάνης Βαρουφάκης είναι τώρα ιστορία για την Ελλάδα. Αλλά όπως και η διάσημη γάτα στα παραμύθια, έχει ακόμα πολλές ζωές για να ζήσει. Είναι σαφές ότι η αποκαλούμενη “συμφωνία” αποδεικνύεται ανεπαρκής και αδυνατεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα στη ρίζα του, αλλά αρχίζει να γίνεται αντιληπτό ότι δεν θα φέρει καθόλου ανάπαυση[77]. Η οικονομική κατάσταση είναι εξίσου τραγική, διότι όταν η παραγωγή πέφτει, τόσο πέφτουν και οι φορολογικές εισπράξεις και η φερεγγυότητα των δανειοληπτών. Το ποσοστό των “μη-εξυπηρετούμενων” δανείων έχει αυξηθεί σημαντικά από την 26η Ιουνίου 2015. Οι χρηματοδοτικές ανάγκες των ελληνικών τραπεζών αυξήθηκαν από τα 7 με 10 δισεκατομμύρια ευρώ στα τέλη Ιουνίου στα 25 με 28 δισεκατομμύρια στις 15 Ιουλίου και θα μπορούσαν να φθάσουν τα 35 δισεκατομμύρια μέχρι τα μέσα της επόμενης εβδομάδας (Οκτώβριος 2015). Στην πραγματικότητα, οι πιέσεις που άσκησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σκόπιμα κατέστρεψαν το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Και αυτές οι πιέσεις εξυπηρετούσαν κυρίως πολιτικούς στόχους. Τα ποσά που θα πρέπει να χορηγηθούν στην Ελλάδα απλά για να αποφευχθεί η βύθιση της χώρας στο συνολικό χάος, αν παραμείνει στην Ευρωζώνη, δεν ανέρχονται πλέον στα 82-96 δισεκατομμύρια ευρώ, όπως υπήρχε εκτίμηση στις 13 Ιουλίου, αλλά πιθανότατα στα 120 δις ευρώ. Το ελληνικό χρέος δεν είναι πλέον πλέον “βιώσιμο” και η λεγόμενη συμφωνία της 13ης Ιουλίου δεν έκανε τίποτα για να το κάνει βιώσιμο[78].

Η αποκάλυψη του σχεδίου, δημιούργησε μια τεράστια συζήτηση όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα, αλλά και από τις Βρυξέλλες, ο πρώην Υπουργός Οικονομικών δέχθηκε επίθεση από τη δεξιά πλευρά του πολιτικού φάσματος. Κάποιος υποπτεύεται ότι η στάση του κατά τις διαπραγματεύσεις από τα τέλη Ιανουαρίου έως τα τέλη Ιουνίου 2015 ήταν σε μεγάλο βαθμό ο κύριος λόγος για αυτές τις επιθέσεις. Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες διαστάσεις. Το λεγόμενο “σχέδιο Β” έχει γίνει το σημείο συγκέντρωσης πολλών αντιπάλων του statu-quo στην Ευρωζώνη. Επειδή η ελληνική κρίση έδειξε την αληθινή φύση της λεγόμενης “ενωμένης Ευρώπης”[79] και κατέδειξε σαφώς ότι η γερμανική πολιτική προσπαθούσε να πετύχει όχι κάτι λιγότερο από την πλήρη υπεροχή, το “σχέδιο Β” του Βαρουφάκη έχει μετατραπεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που ο πατέρας του αρχικά οραματίστηκε. Η ιδέα των “παράλληλων νομισμάτων” έχει αποκτήσει μια νέα δύναμη στην Ευρωζώνη και αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό ως κληρονομιά της κρίσης του Ιουνίου και του Ιουλίου.

Η συνεχιζόμενη συζήτηση για το “σχέδιο Β” του Βαρουφάκη

Καθώς προχωρά η ιστορία, δεν εφαρμόστηκε ποτέ στην Ελλάδα παράλληλο σύστημα νομίσματος. Αλλά αυτό ήταν κυρίως για πολιτικούς λόγους και όχι για οικονομικούς ή τεχνικούς λόγους. Με ένα πιο προφανή τρόπο η συνθηκολόγηση του Αλέξη Τσίπρα στις 13 Ιουλίου προκάλεσε μια βαθιά αλλαγή στη διάθεση και το μυαλό τόσο για το ευρώ όσο και για την ΕΕ. Η ιδέα μιας “αριστερής εξόδου” ή “Lexit” είναι τώρα ανοικτή στο τραπέζι[80].

Ο Γιάνης Βαρουφάκης, ως Υπουργός Οικονομικών, έλαβε την απόφαση με την έγκριση του Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, να διεισδύσει κρυφά στο σύστημα πληροφορικής της ελληνικής φορολογικής διοίκησης. Έλαβε αυτή την απόφαση σχετικά με το σύστημα πληροφορικής της ελληνικής φορολογικής διοίκησης, διότι στην πραγματικότητα αυτό το σύστημα ήταν υπό τον έλεγχο προσώπων της “τρόικας”, δηλαδή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αυτό αναφέρθηκε ότι ήταν το διάσημο “σχέδιο Β”[81]. Και αυτό είναι για το οποίο κατηγορείται. Είναι συνεπώς ο συντηρητικός πρωθυπουργός κ. Σαμάρας, ο οποίος έχασε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, ο οποίος στην πραγματικότητα διέπραξε αυτή την πράξη της Εσχάτης Προδοσίας με την ανάθεση της φορολογικής διοίκησης σε μία (ή σε περισσότερες) ξένες δυνάμεις. Είναι αυτός, και μόνο αυτός, που φέρει τη συνολική ευθύνη για αυτό που συνέβη τότε.

Η απόφαση του κ. Βαρουφάκη είχε ως στόχο την εφαρμογή ενός συστήματος παράλληλων πληρωμών, το οποίο θα επέτρεπε στην ελληνική κυβέρνηση να παρακάμψει το κλείδωμα των τραπεζών, το οποίο διοργάνωσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ξεκινώντας από τα τέλη Ιουνίου 2015. Αυτό θα ήταν απαραίτητο για να αποφευχθεί η καταστροφή του ελληνικού τραπεζικού συστήματος που προκλήθηκε από τη δράση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αυτή η πραγματικά παράνομη δράση της ΕΚΤ έθεσε σε κίνδυνο ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα, όταν μία από τις ίδιες τις αποστολές της, που περιγράφεται δεόντως στον Χάρτη της ΕΚΤ, ήταν ακριβώς το αντίθετο, δηλ. να διασφαλίζει την καλή και τακτική λειτουργία αυτού του τραπεζικού συστήματος.

Εάν ο Γιάνης Βαρουφάκης κατηγορηθεί στο μέλλον, τότε θα ήταν λογικό και δίκαιο να κατηγορηθεί και ο Πρόεδρος της ΕΚΤ, ο κ. Draghi, καθώς και ο Πρόεδρος του Eurogroupe, ο κ. Dijsselbloem. Είναι αλήθεια, όπως καταδείξαμε, ότι αυτό το σύστημα παράλληλων πληρωμών θα μπορούσε επίσης να επέτρεπε μια πολύ γρήγορη μετατόπιση από το ευρώ στη δραχμή και πιθανότατα θα είχε προκαλέσει μια τέτοια μετατόπιση, αλλά ο Βαρουφάκης είπε, σύμφωνα με τις δηλώσεις του στην The Telegraph, ότι αυτό θα ήταν μόνο σε μια περίπτωση έσχατης κατάστασης ανάγκης[82].

Στην πραγματικότητα, η ελληνική κρίση απέδειξε την απροθυμία, αλλά και την αδυναμία δράσης σύμφωνα με τους κανόνες που είχαν θεσπιστεί προηγουμένως. Αυτό ισχύει για την ΕΚΤ και αυτό ισχύει και για το Eurogroupe, αλλά αυτό ισχύει και για την ελληνική κυβέρνηση. Αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι σε αυτή την κρίση η ελληνική κυβέρνηση υποκλίθηκε σε αυτούς τους κανόνες όταν κυνικά απορρίπτονταν ή ξεχνιόταν από τους περισσότερους αντιπάλους της.

Μια παράλογη απόφαση

Επομένως, ο κ. Βαρουφάκης είναι παράλογος. Το γεγονός ότι τώρα τον υπερασπίζουν προσωπικότητες όπως ο Mohamed El-Erian, ο επικεφαλής οικονομολόγος της Allianz και ο πρόεδρος μιας ένωσης οικονομικών εμπειρογνωμόνων γύρω από τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών[83], δείχνει πράγματι ότι αυτό που έκανε το έκανε για το μεγαλύτερο καλό του κράτους το οποίο υπηρετούσε ως Υπουργός Οικονομικών. Αυτό το κατηγορητήριο, αν επιβεβαιωθεί, θα μπορούσε να συμβεί μόνο με τη συνενοχή του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος θα έπαυε στη συνέχεια τον Υπουργό Οικονομικών του και δεν θα αναλάμβανε τις δικές του ευθύνες. Αυτό το κατηγορητήριο, αν συνέβαινε, θα ήταν μια απεχθής πράξη, μια πράξη καθαρά πολιτικής δικαιοσύνης και εκδίκησης εκ μέρους των ευρωπαϊκών αρχών, εναντίον ενός ανθρώπου που τολμούσε, με την υποστήριξη του λαού του, να τους αψηφήσει.

Ανεξαρτήτως των διαφορών που θα μπορούσαμε να έχουμε με τον κ. Βαρουφάκη και σίγουρα δεν μοιραζόμαστε την αγάπη του για το ευρώ, καθώς έχει πολύ επιζήμια αποτελέσματα σε πολλές οικονομίες της ευρωζώνης[84], ανεξάρτητα από την κρίση που θα μπορούσαμε να διαμορφώσουμε για τη δική του απροθυμία να εφαρμόσει εναλλακτική πορεία δράσης, δεν υπάρχει τίποτα σε αυτό που να έχει κάνει και θα μπορούσε να θεωρηθεί ως Εσχάτη Προδοσία. Όλοι οι οικονομολόγοι πρέπει να σηκωθούν και να ταχθούν υπέρ του Γιάνη Βαρουφάκη. Ένα τέτοιο κατηγορητήριο θα ήταν επίσης πολύ αποκαλυπτικό για τη νεο-αποικιοκρατική στάση των ευρωπαϊκών αρχών σήμερα απέναντι στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες χώρες.

Αλλά αυτό που συνέβη στην Ελλάδα έχει και άλλες επιπτώσεις.

Ο Stefano Fassina, πρώην υφυπουργός Οικονομικών της Ιταλικής κυβέρνησης, βουλευτής και ένα από τα εξέχοντα μέλη του Ιταλικού Δημοκρατικού Κόμματος που βρίσκεται επί του παρόντος στην εξουσία, έγραψε σε ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στο blog του Γιάνη Βαρουφάκη[85]: “Ο Αλέξης Τσίπρας, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ελληνικός λαός έχουν το αδιαμφισβήτητο ιστορικό πλεονέκτημα ότι έσπασαν το πέπλο της ευρωπαϊκής ρητορικής και της τεχνικής αντικειμενικότητας που αποσκοπούσε στην κάλυψη της δυναμικής στην ευρωζώνη”. Προσθέτει: “Πρέπει να παραδεχτούμε ότι στο νεοφιλελεύθερο κλουβί του ευρώ, η αριστερά χάνει την ιστορική της λειτουργία και είναι νεκρή σαν μια δύναμη που δεσμεύεται για την αξιοπρέπεια και την πολιτική σημασία της εργασίας και για την κοινωνική ιθαγένεια ως μέσο αποτελεσματικής δημοκρατίας”. Ολοκληρώνει: “Για μια διαχειριζόμενη αποσαφήνιση του ενιαίου νομίσματος, πρέπει να οικοδομήσουμε μια ευρεία συμμαχία εθνικών μέσων απελευθέρωσης”. Αυτά είναι ισχυρά λόγια.

Όμως αυτή η προοπτική είναι επί του παρόντος πλήρως δικαιολογημένη. Η Ευρωζώνη έχει πράγματι αποκαλυφθεί ότι είναι μια μηχανή πολέμου στην υπηρεσία μιας ιδεολογίας, του νεοφιλελευθερισμού και των κεκτημένων συμφερόντων, αυτών των οικονομικών και της ολιγαρχίας χωρίς σύνορα. Η προοπτική που προσφέρεται από τον Stefano Fassina είναι η μόνη προς το παρόν ανοιχτή σε εμάς, δηλαδή, αποτελώντας μια “συμμαχία των εθνικών ελευθεριακών μετώπων” των χωρών της Ευρωζώνης για να κάνει τον τύραννο να γονατίσει και για να διαλύσει την Ευρωζώνη. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ανάκτηση της κυριαρχίας θα μπορούσε να οριστεί ως πρώτη προτεραιότητα. Χωρίς κυριαρχία δεν υπάρχει καμία δημοκρατική αλλαγή. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο αγώνας για κυριαρχία μπορεί να περιλαμβάνει ευρείες συμμαχίες με δυνάμεις όχι μόνο στην αριστερά αλλά και στην δημοκρατική δεξιά.

Η γερμανική ευθύνη

Κάποιος συχνά υποδεικνύει την ευθύνη της Γερμανίας. Στην πραγματικότητα, η Γερμανία επιμένει να δεσμεύει τη συμφωνία αυτή με αυστηρούς όρους, όταν οι συνθήκες που έχουν τεθεί στα προηγούμενα σχέδια βοήθειας από το 2010 έχουν οδηγήσει σε μείωση κατά 25% του ΑΕΠ και έκρηξη της ανεργίας. Ομοίως, η Γερμανία θέλει να επιβάλει στην Αθήνα μια σημαντική συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, όταν οι ίδιες αυτές συντάξεις παίζουν το ρόλο των απορροφητών των κραδασμών στην κρίση, σε μια χώρα όπου οι μετακινήσεις μεταξύ γενεών αντικαθιστούν τα επιδόματα ανεργίας, τα οποία έχουν γίνει πολύ περιορισμένα. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την εξασθένιση λίγο περισσότερο του πληθυσμού και την εμβάθυνση της ύφεσης. Τέλος, η Γερμανία επιθυμεί να επιβάλει ευρείες ιδιωτικοποιήσεις. Είναι σαφές ότι οι τελευταίες θα επιτρέψουν στις γερμανικές επιχειρήσεις, οι οποίες απέχουν πολύ από το να είναι παιδικές χορωδίες όταν πρόκειται για την Ελλάδα (το ελληνικό υποκατάστημα της Siemens βρίσκεται στο επίκεντρο ενός τεράστιου φορολογικού σκανδάλου) να προχωρήσουν στον κατάλογο αγορών τους σε τιμές ευκαιρίας. Μπορεί κανείς να δει ότι η ανικανότητα φαίνεται να φτάνει στα χέρια που έχουν κυνισμό.

Η ευθύνη της Γερμανίας είναι εμφανής. Στην πραγματικότητα, η μόνη ελπίδα -εάν η Ελλάδα παραμείνει στην Ευρωζώνη- θα ήταν να ακυρώσει ένα μεγάλο μέρος, μεταξύ 33% και 50%, του ελληνικού χρέους. Αλλά η γερμανική κυβέρνηση δεν θέλει να ακούσει τίποτα γι' αυτό ακριβώς την στιγμή που γίνεται γνωστό ότι έχει αντλήσει μεγάλα κέρδη από την ελληνική κρίση, όπως αναγνώρισε ένα γερμανικό ινστιτούτο εμπειρογνωμόνων[86]. Ωστόσο, υπάρχει κάτι στο έγκλημα της γερμανικής κυβέρνησης απέναντι στον ελληνικό λαό που υπερβαίνει τους “κανόνες” μιας πολύ συντηρητικής διοίκησης ή ειδικών συμφερόντων. Μάλιστα, η γερμανική κυβέρνηση θέλει να τιμωρήσει τον ελληνικό λαό που έφερε στην εξουσία ένα κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς, αυτό είναι καθαρά μια διαδικασία πολιτικής βούλησης και όχι οικονομικής. Αλλά η γερμανική κυβέρνηση θέλει επίσης να κάνει ένα παράδειγμα την Ελλάδα, εκθέτοντας την στην Ιταλία και τη Γαλλία, όπως σημείωσε ο πρώην Υπουργός Οικονομικών Γιάνης Βαρουφάκης[87], για να δείξει το ποιος είναι το αφεντικό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην πραγματικότητα, ο Jörg Bibow το πρόβλεψε αυτό σε μια του έκθεση το 2013 όπου περιγράφει τις αντιφάσεις μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας σχετικά με το μέλλον του ευρώ ως το πραγματικό θέμα[88].

Αλλά το να προβλεφθεί μια τέτοια κίνηση είναι σίγουρα πολύ ανησυχητικό. Πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και ο Ρομάνο Πρόντι, πρώην Ιταλός πρωθυπουργός και Ευρωπαίος επίτροπος, ανησυχεί βαθύτατα από την στροφή που έλαβε η γερμανική πολιτική[89]. Όμως, η Γερμανία ενεργεί με τέτοιο τρόπο επειδή δεν έχει άλλες επιλογές. Το να ενεργήσει διαφορετικά θα ισοδυναμούσε με την αποδοχή αυτού που προτείνει σιωπηρά ο Ρομάνο Πρόντι, δηλαδή μια ομοσπονδιακή οργάνωση της Ευρωζώνης. Ωστόσο, αυτό δεν είναι δυνατό για τη Γερμανία. Αν δεν επιθυμεί κανείς την ευρωζώνη να είναι η αυστηρή πορεία που είναι αυτή τη στιγμή, η συνεχιζόμενη οικονομική ύφεση με τους αυστηρούς κανόνες, θα ήταν πράγματι απαραίτητο οι χώρες του Βορρά της ευρωζώνης να μεταφέρουν μεταξύ 280 και 320 δις ευρώ ετησίως, πάνω από μια περίοδο τουλάχιστον δέκα ετών, στις χώρες της Νότιας Ευρώπης. Η Γερμανία θα πρέπει να συνεισφέρει σε αυτό το ποσό κατά πάσα πιθανότητα τουλάχιστον στο 80%. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να μεταφέρει κάθε χρόνο 8% έως 12% του ΑΕΠ της, ανάλογα με τις υποθέσεις και τις εκτιμήσεις[90]. Κάποιος πρέπει να δηλώσει κατηγορηματικά ότι αυτό δεν είναι δυνατό. Όλοι εκείνοι που στράφηκαν στο μεγάλο lamento για τον φεντεραλισμό[91] στην Ευρωζώνη με αναβιώσεις στις φωνές τους ή με πολεμική στάση είτε δεν έχουν υπολογίσει τα ποσά, είτε δεν μπορούν να μετρήσουν πολύ καλά. Κάποιους μπορεί και πρέπει να επικρίνει τη γερμανική στάση απέναντι στην Ελλάδα, επειδή αποτελεί πολιτική βεντέτα εναντίον μια νόμιμης και νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης[92]. Αλλά να ζητηθεί από μια χώρα να μεταβιβάζει οικειοθελώς ένα τέτοιο ποσοστό (το υψηλότερο ποσοστό 12% έχει υπολογιστεί από τον επικεφαλής οικονομολόγο Natixis[93]) του πλούτου που παράγει κάθε χρόνο δεν είναι κάτι το ρεαλιστικό. Για τρίτη φορά σε έναν αιώνα, η Γερμανία καταστρέφει την Ευρώπη, αλλά αυτή τη φορά όχι εκ σχεδιασμού αλλά από την ανικανότητα να ασκήσει μια λογική άποψη της ηγεμονίας της.

Ίσως το όλο πρότζεκτ της ΟΝΕ να είναι πολιτικό από την αρχή. Η ίδια η πιθανότητα του να ήταν μια κάλυψη για μια κρυμμένη φεντεραλιστική ατζέντα έχει σημειωθεί[94]. Όμως, αυτό το έργο έχει μετατραπεί σε κάτι που πρέπει να φοβηθεί ο πληθυσμός των χωρών της Ευρωζώνης. Στην πραγματικότητα, είμαστε ακόμη δεκαετίες μακριά από το φεντεραλιστικό μέλλον και ίσως δεν θα φτάσουμε ποτέ σε αυτό και σε μια τρομερή οικονομική κατάσταση[95]. Η πορεία προς μια μη δημοκρατική, αν μη τι άλλο, διακυβέρνηση είναι επίσης πασιφανής. Το μην καταλαβαίνουμε ότι αυτό έχει καταδικάσει το πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ, έστω κι αν φαίνεται ότι μέχρι το τέλος του Ιουνίου ο Βαρούφακης είχε καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα ή τουλάχιστον δεχόταν ότι θα μπορούσε να γίνει το αποτέλεσμα των πράξεών του. Ήρθε η ώρα να αποσυναρμολογήσουμε την ΟΝΕ και, ει δυνατόν, να το κάνουμε με έναν συνεργατικό τρόπο. Αλλά δεν πρέπει να φοβόμαστε ότι αυτό θα συμβεί με τρόπο μη συνεργατικό. Σε αυτό το σημείο, η ιδέα των παράλληλων νομισμάτων ή του παράλληλου τραπεζικού συστήματος θα μπορούσε να είναι χρήσιμα μεταβατικά εργαλεία προς μια γενική διάλυση της ευρωζώνης, αλλά σίγουρα όχι σταθερά. Τα παράλληλα νομίσματα θα μπορούσαν επίσης να διαδραματίσουν ρόλο στο πλαίσιο μιας κατάστασης μετά το ευρώ, όπου το ίδιο το ευρώ θα μπορούσε να αναβιώσει ως παράλληλο νόμισμα για το εμπόριο με χώρες εκτός ζώνης. Αλλά αυτό είναι μια διαφορετική ιστορία.

Σημειώσεις
[1] Sapir J., Un jeu complexe”, note posted on the RussEurope blog, February 3rd, 2015
[2] As can be seen from Varoufakis Y., Rational Conflict. Oxford, Blackwell, 1991 or with Hargreaves-Heap S. Game Theory: A critical text. London and New York, Routledge, 2004
[3] Barro J., “The I.M.F. Is Telling Europe the Euro Doesn’t Work”, The New York Times, July 14th, 2015

[4] Weeks J., “A specte is Haunting Europe”, July 31st, 2015
[5] Komileva L., “Another Bailout Won’t Keep Greece in the Eurozone”, in Foreign Policy, August 12th, 2015
[6] Le Point.fr, “Grèce: le plan d'aide ‘ne marchera pas’, affirme Yanis Varoufakis
[7] Evans-Pritchard A., “European ‘alliance of national liberation fronts’ emerges to avenge Greek defeat”, The Telegraph, 29 July 2015
[8] Sapir J., “Grèce, Plan B et implications
[9] Bibow J., “Euro Union - Quo Vadis?”, July 2nd, 2015
[10] Bellamy R., “‘Dethroning Politics’: Liberalism, Constitutionalism and Democracy in the Thought of F. A. Hayek”, British Journal of Political Science, 24, 1994, p. 419-441
[11] Balakrishnan G., The Ennemy: An intellectual portait of Carl Schmitt, Verso, London, 2002; Scheuerman W.E., “Down on Law: The complicated legacy of the authoritarian jurist Carl Schmitt”, Boston Review, vol. XXVI, n° 2, April-May 2001
[12] Schmitt C., Légalité, Légitimité, Translated from German by W. Gueydan de Roussel, Librairie générale de Droit et Jurisprudence, Paris, 1936; German edition 1932. This book has been translated in English as Legality and Legitimacy, translated by Jeiffrey Seitzer, Durham NC, Duke University Press, 2004
[13] Idem, p. 73-54
[14] Idem, p. 78-79
[15] Schmitt C., The Crisis of Parliamentary Democracy, translated by Ellen Kennedy, MIT Press, Cambridge, MA, 1985
[16] Idem, p. 9.
[17] Mouffe C., “Carl Schmitt and the Paradox of Liberal Democracy” in Mouffe C. (eds), The Callenge of Carl Schmit, London, Verso, 1999, p. 38-53
[18] Sapir J., Les trous noirs de la science économique, Paris, Albin Michel, 2000; Sapir J, K Ekonomitcheskoj teorii neodnorodnyh sistem – opyt issledovanija decentralizovannoj ekonomiki (Economic Theory of Heterogenous Systems - An Essay on decentralized economies) Higher School of Economics Press, Moscow, 2001
[19] Kydland Finn E. and Edward C. Prescott, “Rules rather than discretion: The inconsistency of optimal plans”, Journal of Political Economy, 85(3) (June 1977), p. 473-490
[20] Stiglitz, J.E., “The Role of State in Financial Markets”, Proceedings of the World Bank Annual Conference on Development Economics 1993, World ban, Washington D.C., 1994, pp. 19-52. Taylor J.B., “Discretion versus Policy Rules in Practice”, Carnegie-Rochester Conference Series on Public Policies, vol 39, 1993, p. 195-214, North Holland
[21] Haavelmo T, “The Probability Approach in Economics”, Econometrica, 12, 1944, p. 1-118, p. 48
[22] Le Gall P., “Les représentations du monde et les pensées analogiques des économètres: un siècle de modélisation en perspective”, Revue d’histoire des sciences humaines, 1, n° 6, 2002, p. 39-64
[23] Lucas R.E., “Econometric Policy Evaluation: a Critique” in K. Bruner et A. Meltzer, ed., The Phillips Curve and Labor Markets, Carnegie-Rochester Conferences Series in Public Policy, vol. 1, Amsterdam: North-Holland, 1976, p. 19-46
[24] Rose Nikolas, “Governing ‘advanced’ liberal democracies”, Andrew BARRY, “Lines of communication and space of rule”, Pat O’MALLEY “Risk and responsibility”, in A. Barry, N. Rose and al., Foucault and Political reason. Liberalism, neoliberalism and rationalities of government, UCL Press, London, 1996, p. 37-65, 123-42, 189-207
[25] Van Lear W., “A Review of The Rules versus Discretion Debate in Monetary Theory”, Eastern Economic Journal, vol. 26, n° 1, 2000, p. 29-39.
[26] Davidson P., Economics for a Civilized Economy, Armonk, M.E. Sharpe, 1996
[27] Davidson P., Post Keynesian Macroeconomics Theory, Cheltenham, Edward Elgar, 1994. Wray L.R., Understanding Modern Money, Cheltenham, Edward Elgar, 1998
[28] Kahneman, Daniel, and Amos Tversky, “Judgment under Uncertainty: Heuristics and Biases.” Science, 1974, p. 1124-31
[29] Bodin J., Les Six Livres de la République, (1575), Librairie générale française, Paris, Le livre de poche, LP17, n° 4619. Classiques de la philosophie, 1993
[30] Goyard-Fabre S., Jean Bodin et le Droit de la République, Paris, PUF, 1989
[31] UN/ISDR, Cuba: A Model in Hurricane Risk management, UN/ISDR Press release 2005/05, septembre 2004, New York and OXFAM “Weathering the storm, lessons in risk reduction from Cuba
[32] Lapavitsas C., (eds) Crisis in the Eurozone, London, Verso, 2012; see also Lapavitsas C and Heiner Flassbeck, Against the Troika - Crisis and Austerity in the Eurozone, London, Verso, 2015
[33] Telephone conversation of July 16th, 2015, between Yanis Varoufakis and OMFIF senior adviser
[34] Transcript of the phone conversation, p. 3, §1
[35] Fusaro D., Il Futuro e Nostro, Milano, Bompiani, 2014
[36] OMFIF Transcript of Varoufakis phone conversation, p. 3, §1
[37] Samuelson P., Economics, 9th Edition, New York, MacGraw Hill, 1973
[38] Schweikart L., “US Banking System : a Historiographical Survey” in Business History Review, n° 65, Autumn 1991
[39] Wray R.L., Money and Credit in Capitalist Economies: The Endogeneous Money Approach, Aldershot, Edward Elgar, 1990
[40] Gurley J. and E.S. Shaw, Money in a thory of Finance, Washington DC, Brookings Institution, 1960
[41] Thesis advocated by Aglietta M. and Orléan A. La violence de la monnaie, PUF, Paris, 1982. and Orléan A., Le Pouvoir de la finance , Odile Jacob, 1999
[42] Sapir J., Quelle économie pour le XXIè siècle?, Odile Jacob, Paris, 2005, chapter 3 and 4
[43] Cohen-Setton J., “The economics of parallel currencies”, June 8th, 2015
[44] Ögren, A. “Free or central banking? Liquidity and financial deepening in Sweden, 1834–1913.” Explorations in Economic History, vol. 43, 2006, p. 64-93
[45] Coe V-F, “Dated Stamp Scrip in Alberta”, Canadian Journal of Economics and Political Science/Revue canadienne de economiques et science politique, 4, 1938 p. 60-91
[46] “Alberta Prosperity Certificates and a Greek parallel currency
[47] Fisher, I., Stamp Scrip, 
New York, Adelphi Company, 1933
[48] Bernholz, P. and Gersbach, H., “Gresham’s Law: Theory.” The New Palgrave Dictionary of Money and Finance, vol. 2. Macmillan, London and Basingstoke 1992, p. 286-288
[49] Coe V-F, “Dated Stamp Scrip in Alberta”, op.cit., p. 88
[50] Fitzpatick S, A. Rabinowitch and R. Stites (eds.), Russia in the Era of NEP, Indiana University Press, Bloomington, 1991
[51] Goland, Diskussii ob economicheskoi politike v gody denezhnoi reformy 1921–1924, Moscow, Magistr, 2006 ; See also Goland, Currency Regulations in the NEP period, Europe-Asia studies , vol. 46, no. 8, 1994, p. 1272
[52] As was called the Ruble after the coming to power of Bolsheviki
[53] Voznesensky, N.A., “O sovetskih den’gah”, in Bol’chevik, n° 2, 1935
[54] Agenor P-R, “Parallel currency markets in developing countries”, Essay in International Finance , Princeton University, n° 188, December 1992
[55] Banuri T., “Black Markets, Openness and Central Bank Autonomy”, World Institute for Development Economies Research (WIDER), Working Paper n° 62, Helsinki, 1989
[56] Thomas C.Y., “Foreign Currency Black Markets: Lessons from Guyana”, University of West Indies, Kingston, Jamaica, 1989
[57] Lindauer D.L., “Parallel, Fragmented or Black? Defining Market Structure in Developing Economies”, in World Development, n° 17, December 1989, p. 1871-1880
[58] Woodruff D., (1999) Money Unmade: Barter and the fate of Russian Capitalism, Cornell University Press, Cornell
[59] Dufy C, Le troc dans le marché. Pour une sociologie des échanges dans la Russie post-soviétique, Paris, l’Harmattan, 2008
[60] Comander S., et C. Mumssen, (1998) “Understanding Barter in Russia”, EBRD/BERD, working Paper, Londres
[61] Sapir J., (1996) “Désintégration économique, transition et politiques publiques” in R. Delorme (1996), A l’Est du nouveau. Changement institutionnel et transformations économiques , L’Harmattan, Paris, octobre 1996, p. 303-335
[62] Sapir J., “Différenciation régionale et fédéralisme budgétaire en Russie” in Critique Internationale n° 11, avril 2001, p. 161-178
[63] Rozanova M., (1998), “Al’ternativnye formy finansovyh rascetov mezhdu predprijatijami”, in Problemy Prognozirovanija, n° 6, p. 96-103
[64] Comander S., et C. Mumssen, (1998) “Understanding Barter in Russia”, op.cit.
[65] Marin D., (2000), “Trust Vs. Illusion: what is driving demonetization in Russia?”, Discussion paper Series, n°2570, CEPR, London, September
[66] Durkheim E., (1991/1893) De la division du travail social, PUF, coll “Quadrige”, Paris
[67] Sapir J., “The Russian Economy: From Rebound to Rebuilding”, in Post-Soviet Affairs, vol. 17, n° 1, (janvier-mars 2001), p. 1-22
[68] Sapir J., “Troc, inflation et monnaie en Russie: tentative d’élucidation d’un paradoxe” in S. Brama, M. Mesnard et Y. Zlotowski (edits.) La Transition Monétaire en Russie - Avatars de la monnaie, crise de la finance (1990-2000), L’Harmattan, Paris, 2002, p. 49-83
[69] “Barter booms in cash-strapped rural Greece for the first time since Nazi occupation” and Trading Meat for Tires as Bartering Economy Grows in Greece
[70] Andresen, T (2012) “What if the Greeks, Portuguese, Irish, Baltics, Spaniards, and Italians did this: high-tech parallel monetary systems for the underdogs?” In: real-world economics review, issue no. 59, March 12th, 2012, p. 105-112
[71] Butler, M (2011) Parallel currencies could boost euro. Comment in Financial Times, 10 Jan 2011
[72] Vaubel, R (2011) Plan B für Griechenland. Working paper, 19 Oct 2011
[73] Goodhart, C and Tsomocos, D (2010) “The Californian Solution for the Club Med”, In: Financial Times, January 24th
[74] Schuster L., Parallel Currencies for the Eurozone, The Veblen Institute
[75] Butler, M (2011) Parallel currencies could boost euro. Comment in Financial Times, 10 Jan 2011
[76] Daniel Munevar, “Why I’ve Changed My Mind About Grexit
[77] Galbraith J., “Greece, Europe, and the United States”, Harper’s Magazine, 16 July 2015
[78] Barro J., “The I.M.F. Is Telling Europe the Euro Doesn’t Work”, The New York Times, July 14th, 2015
[79] Milne S., “The crucifixion of Greece is killing the European project”, The Guardian, 16 juillet 2015
[80] Jones O., “The left must put Britain’s EU withdrawal on the agenda” in The Guardian, July 14th, 2015
[81] “Grèce, Plan B et implications
[82] Ambrose Evans-Pritchard, “Varoufakis reveals cloak and dagger 'Plan B' for Greece, awaits treason charges”, The Telegraph
[83] Mohamed A. El-Erian, “In Defense of Varoufakis”, PROJECT SYNDICATE
[84] Bibow, J., “Global Imbalances, Bretton Woods II, and Euroland’s Role in All This.” in J. Bibow et A. Terzi (edits.), Euroland and the World Economy - Global Player or Global Drag? Londres, Palgrave, 2007
[85] See Fassina S., “For an alliance of national liberation fronts”, article published on the blog of Yanis Varoufakis by Stefano Fassina, Member of Parliament (PD), on 27 July 2015
[86] “Greek Debt Disaster: Even If Greece Defaults, German Taxpayers Will Come Out Forward, Says German Assume Tank” in Observer
[87] “Telephone conversation between Yanis Varoufakis, Norman Lamont and David Marsh 16 July 2015
[88] Bibow J., “On the Franco-German Contradiction and the Ultimate Euro Battleground”, Working Paper n° 762, the Levy Economics Institute of Bard College, Annandale-on-Hudson, April 2013
[89] Prodi R., “L’Europa fermi l’inaccettabile blitz tedesco”, Il Mesaggero, 8 août 2015
[90] Sapir J., “Le coût du fédéralisme dans la zone Euro”, note posted on Russeurope blog on November 10th, 2012
[91] Aglietta M., Zone Euro: éclatement ou fédération, Michalon, Paris, 2012
[92] As done by Nicole Gohlke and Janine Wissler, two Bundestag MP belonging to Die Linke in Jacobin
[93] Artus, P., “La solidarité avec les autres pays de la zone euro est-elle incompatible avec la stratégie fondamentale de l’Allemagne: rester compétitive au niveau mondial? La réponse est oui”, Natixis Flash-Economie, n° 508, July 17th, 2012
[94] Sapir J., Faut-il sortir de l’euro?, Le Seuil, Paris, 2012
[95] O’ Rourke K.H., “Wither the Euro?”, Finance & Development March 2014, p. 14-17

Short URL

Επιμέλεια και κατασκευή ''Η γη των πιγκουίνων''

http://creativecommons.org/images/deed/by.png

Copyleft
Το περιεχόμενο αυτής της ιστοσελίδας διατίθεται με άδεια Creative Commons